Αρχική » Βιβλία » Ανθολόγιο Οδύσσειας

Ανθολόγιο Οδύσσειας
Αποσπάσματα Μεταφρασμένα
Ραψωδίες Α-Ω

Ανθολόγιο Οδύσσειας

Στο υπό τον τίτλο «Ανθολόγιο Οδύσσειας» περιέχονται εκατόν ένα (101) Αποσπάσματα Μεταφρασμένα από ολόκληρη την Οδύσσεια (Ραψωδίες α-ω). Πρόκειται για Εκλογή με τα πιο χαρακτηριστικά, και καίρια, χωρία-αποσπάσματα του αρχαίου κειμένου, τα οποία είναι στην ουσία οι καθαυτό συνεκτικοί σπόνδυλοι του όλου επικού καμβά. Πολλά έχουν μιαν εμφανή αυτονομία, που επιβεβαιώνουν την άποψη ότι προϋπήρχαν ως αυτόνομες επίσης αφηγηματικές ενότητες πριν χρη­σιμοποιηθούν και ενταχθούν δομικά, με εξαιρετική μαεστρία και τέχνη, στο ενιαίο αφηγηματικό οικοδόμημα που ονομάζεται «Οδύσσεια». Η αυτοτελής εδώ πα­ράθεση, με τους ειδικούς, πεποιημένους υπέρτιτλους, καθιστά τα ανθολογημένα αυτά Αποσπάσματα οιονεί αυθύπαρκτα ποιητικά σύνολα με αφηγηματική αυτοτέλεια και συγκεκριμένο κάθε φορά αφηγηματικό ποιητικό κέντρο. Σε ορισμένες περιπτώσεις η αυτονομία αυτή κτίζεται και με ειδικές τεχνικές παρεμβάσεις (προτάσσεται αναγκαίος στίχος από προηγούμενη διατύπωση του πρωτοτύπου, γίνονται ενωτικές συντμήσεις με παράλειψη συνειρμικών στο πρωτότυπο μυθοποιητικών ή άλλων παρεκβάσεων, επιλέγεται αρχική ή κα­­τα­λη­κτι­κή ισχυρή στίξη, αντί της χαλαρότερης του πρωτοτύπου, άνω τελείας ή κόμματος, και άλλα σχετικά). Έτσι, η παρούσα Εκλογή-Ανθολόγιο δεν δίνει μόνο τη δυνατότητα να περιηγηθεί και να απολαύσει κανείς, σε μικρό χρόνο, όλη την ποιητική και αφηγηματική πεμπτουσία της Οδύσσειας, αλλά λειτουργεί και ως μία περίπου σύγχρονη Ποιητική Συλλογή (και στα Πρωτότυπα και στα Μεταφρασμένα Αποσπάσματα) πεποιημένη με βάση το ίδιο το πρωτότυπο, και στην οποία εγγράφεται αναμφισβήτητα και η οποιαδήποτε προσωπική αντίληψη και ευαισθησία (κάτι αντίστοιχο, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση, με την πεποιημένη εκδοτική φόρμα του Πολυλά στους «Ελεύ­θερους Πολιορκημένους» του Σολωμού). Ο κύριος αυτός τόμος (ως Αʹ), ο υποτιτλούμενος «Αποσπάσματα Μεταφρασμένα», συνοδεύεται από δύο ακόμη παράλληλους και ομοιόσχημους, οι οποίοι μορφοποιούν ως τρίτομη την μικρή, και από μιαν άποψη περισσότερο ευέλικτη, αυτή Έκδοση. Ο ένας (ως τόμος Βʹ), με τον προσδιοριστικό υπότιτλο «Τα Πρωτότυπα Κείμενα», περιέχει τα αντίστοιχα αρχαία αποσπάσματα, με τους ίδιους ακριβώς (νεοελληνικούς) υπέρτιτλους και την ίδια ακριβώς αρίθμηση. Ο άλλος (ως τόμος Γʹ), με τον τίτλο «Σχόλια και Αναλύσεις», περιλαμβάνει σχόλια και παρατηρήσεις για την κάθε μία (από τις 24 Ραψωδίες) χωριστά, την ένταξη (και ανάδειξη) των Αποσπασμάτων στα επιμέρους αφη­γηματικά δεδομένα, αλλά και σχόλια για τη σύνολη αφηγηματική τεχνική, την επική αφήγηση και την εν γένει λογοτεχνικότητα του έπους. Με την ευκίνητη, μικρόσχημη αυτή εκδοτική μορφή που κατατίθεται εδώ (σε αντίθεση με την ενιαία μεγάλη Φιλολογική Έκδοση, με την Εισαγωγή, τη Μετάφραση, το Πρωτότυπο, τα καθαυτό Ερμηνευτικά Σχόλια) δίνεται η δυνατότητα είτε να αφουγκραστεί κανείς μόνο τα ρυθμικά και λεκτικά σήματα της Νεοελληνικής απόδοσης είτε την αποκαλυπτική πυκνότητα και παραστατικότητα του πρωτοτύπου ή και τα δύο παράλληλα (με τη δυνατότητα καταφυγής πάντοτε και στην πλήρη μεγάλη Έκδοση). Ακόμη, εξίσου σημαντικό, δίνεται η δυνατότητα, με τις αναλύσεις και τα σχόλια, να αποκαλυφθούν τα κρυμμένα μυστικά μιας μεγάλης αφηγηματικής τέχνης, η οποία αποτελεί έκτοτε την αρχέγονη μήτρα οποιασδήποτε μετέπειτα λογοτεχνικής έκφρασης. Τα Σχόλια αυτά, διαφορετικά από τα ακραιφνώς φιλολογικά και ερμηνευτικά της μεγάλης Φιλολογικής Έκδοσης, βοηθούν στο να γίνει περισσότερο αντιληπτή και κατανοητή η περίτεχνη και ευφάνταστη πράγματι πλοκή του μοναδικού αυτού αφηγηματικού αριστουργήματος. Η ιδέα της Ανθολόγησης αυτής γεννήθηκε με την έναρξη της Μετάφρασης (1992). Οι επιμέρους επιλογές οριστικοποιούνταν με το πέρας κάθε Ραψωδίας και με μετατροπή των ίδιων συνήθως πλαγιότιτλων σε υπέρτιτλους. Έτσι, το Ανθολόγιο οικοδομήθηκε σταδιακά και παράλληλα μέσα από τα ίδια τα σπλάγχνα της συνολικής μετάφρασης. Τα δημοσιευόμενα εδώ κατ’ εκλογήν από όλη την Οδύσσεια Αποσπάσματα (Μεταφρασμένα και Πρωτότυπα) αναδεικνύουν το κάλλος και την παραστατική δύναμη (σχεδόν κινηματογραφική) ενός ανεπανάληπτου προφορικού ποιητικού κόσμου και αποκαλύπτουν μια σπάνια αφηγηματική τέχνη, προσωπική και συλλογική, που έχει αφήσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα της στην οικουμενική ανθρώπινη Ιστορία.

ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ

H Οδύσσεια είναι έργο μεγάλης λογοτεχνικής πνοής και αξίας. Συνδυάζει την οργιώδη ποιητική φαντασία ενός αρχαϊκού κόσμου με τον απόλυτα έντεχνο γλωσσικό πραγματισμό και την πλούσια, ανεξάντλητη παραστατική δύναμη και ενάργεια. Η συνθετική της πλοκή προδίδει μιαν δεσπόζουσα αφηγηματική ιδιοφυΐα, η οποία υποτάσσει ένα παραδοσιακό οικείο υλικό σε μια νέα αφηγηματική φόρμα επαναστατικής πρωτοτυπίας και σύλληψης. Και η οποία, ενώ διατηρεί το περίβλημα αξιών του ηρωικού κόσμου, εισάγει σ’ αυτό νέες θέσεις, ιδέες, συμπεριφορές που συγκροτούν τον πυρήνα ενός διαφορετικού, επερχόμενου κόσμου. Έτσι η Οδύσσεια, παρά τη δευτερεύουσα θέση που της έχει επιφυλάξει η ομηρική κριτική (σε σχέση με την Ιλιάδα), αποτελεί, από άποψη μορφής και ουσίας, έργο ριζοσπαστικό και πρωτότυπο, υψηλής λογοτεχνικής έμπνευσης και αξίας.

Κύριο θέμα της Οδύσσειας είναι ο νόστος του Οδυσσέα. Η επιστροφή στην πατρική γη και στην οικογενειακή εστία ενός από τους κυριότερους ήρωες του Τρωικού πολέμου ύστερα από είκοσι χρόνια. Ο οποίος και αποτελεί το κεντρικό αφηγηματικό πρόσωπο της Οδύσσειας (όπως ο Αχιλλέας το κεντρικό πρόσωπο της Ιλιάδας). Γύρω ακριβώς από τον Οδυσσέα, σε άμεση ή έμμεση σχέση με αυτόν, κινούνται και δρουν και όλα τα άλλα αφηγηματικά πρόσωπα, τα δύο κύρια επίσης και παραπληρωματικά Τηλέμαχος και Πηνελόπη, τα δευτερεύοντα Εύμαιος και Ευρύκλεια, ακόμη και οι εξωτικές θεές και μάγισσες Κίρκη και Καλυψώ, αλλά και οι μνηστήρες και όλα τα υπόλοιπα. Δεν υπάρχει κανένα σημείο του έπους που να ανελίσσεται αφηγηματικά χωρίς την ορατή ή νοούμενη παρουσία του κεντρικού ήρωα. Το ίδιο ισχύει και για τους νόστους των άλλων επιφανών Ελλήνων, και τους οποίους ο ποιητής βρίσκει την ευκαιρία να εντάξει, με μαεστρία και τέχνη, μέσα στο μεγάλο μετα-Τρωικό αφηγηματικό του έπος. Όλοι συμπλέκονται και υπάρχουν σε σταθερή, άρρηκτη σχέση με τον νόστο του Οδυσσέα. Πάνω απ’ όλους ο νόστος του Αγαμέμνονα, με τη δραματική του περιγραφή από τον ίδιο στον Κάτω Κόσμο (Ραψωδία λ και ω) και το άδοξο τέλος του (τη δολοφονία από τον Αίγισθο μόλις επέστρεψε και με συνεργό την Κλυταιμνήστρα). Ο οποίος προβάλλεται, αντιστικτικά και έντονα, σε σχέση με τον νόστο του Οδυσσέα, που βρήκε επιστρέφοντας μετά από είκοσι χρόνια την Πηνελόπη να τον περιμένει πιστή και αφοσιωμένη. Για να δοξασθεί έτσι ακόμη περισσότερο ο κεντρικός ήρωας. Και για να δικαιωθεί γενικότερα η Οδύσσεια, με το κλασικό παραμυθιακό μοτίβο της «πιστής συζύγου», και ως ένα κατά βάση «λαϊκό» έπος, πέρα από τον καθαυτό χαρακτήρα του ως ένα ηχηρό ανάκρουσμα του απερχόμενου ηρωικού κόσμου.

Οι περιπέτειες του Οδυσσέα, κατά το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής (από τη στιγμή της αναχώρησης από την Τροία ως την άφιξη στην Ιθάκη και την εξόντωση των μνηστήρων), ιστορούνται ουσιαστικά σε τρία ευδιάκριτα πεδία (κατά τη χρονολογική αλληλουχία και ανέλιξη). Το πρώτο είναι όσα αντιμετωπίζει ο ήρωας στη σφαίρα ενός εξωπραγματικού, φανταστικού και παραμυθιακού, κόσμου με υπερφυσικά στοιχεία και τέρατα, ανθρωποφάγους, μάγισσες θεές και νύμφες, όπου οδηγείται ακόμη και στον Κάτω Κόσμο, πέρα από τα νοητά, ανθρώπινα όρια. Είναι ακριβώς το πεδίο όπου ιστορούνται οι περιπέτειες με τους Κίκονες, τους Λωτοφάγους, τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες, τον Αίολο, την Κίρκη, την Κάθοδο στον Άδη και τον χρησμό του Τειρεσία, τις Σειρήνες, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, τη σφαγή των αγελάδων του Ήλιου στη μυθική χώρα Θρινακία, τον αφανισμό όλων των συντρόφων, τη σωτηρία μόνο του ίδιου στη νήσο Ωγυγία και τον αποκλεισμό του εκεί από την νύμφη Καλυψώ. Στο δεύτερο πεδίο ιστορείται η αναχώρηση από την Ωγυγία (ύστερα από απόφαση των θεών, ειδικότερα του Δία με προτροπή της Αθηνάς) και η άφιξή του στη Σχερία, στη χώρα των Φαιάκων. Σ’ έναν κόσμο εδώ ιδεατό και ειρηνικό, στο μεταίχμιο του τερατόμορφου, παραμυθιακού που προηγήθηκε και του πραγματικού και οικείου στον ήρωα που ακολουθεί. Είναι η χώρα στην οποία ο Οδυσσέας γίνεται δεκτός με δώρα και τιμές, με συμπόσια, χορούς και αθλήματα, και στα οποία παίρνει μέρος και ο ίδιος (ως νικητής και τροπαιούχος και εδώ). Και είναι τελικά οι Φαίακες που θα τον στείλουν, με σιγουριά και ασφάλεια, στην πατρική του γη. Στο τρίτο, και τελευταίο, πεδίο περιγράφεται η δράση του Οδυσσέα μετά την άφιξή του στην Ιθάκη. Η συνάντησή του με τον Τηλέμαχο, ο αναγνωρισμός και ο σχεδιασμός του φόνου των μνηστήρων, η είσοδός του στο παλάτι ως επαίτη, η νίκη στην τοξοβολία, η εξόντωση των μνηστήρων, ο αναγνωρισμός από την Πηνελόπη και το σμίξιμο των δύο συζύγων, η αποκατάστασή του τέλος στο βασίλειό του με την απόκρουση των Ιθακησίων και την ειρήνη που επέβαλαν οι θεοί (ο Δίας με την Αθηνά). Για να κλείσει έτσι ο μεγάλος αφηγηματικός κύκλος των περιπετειών του Οδυσσέα και να βρει, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τη δικαίωσή του το «νόστιμον ήμαρ» (η γλυκειά του γυρισμού μέρα).

Η πλοκή και η σύνθεση όλου αυτού του εκτεταμένου αφηγηματικού υλικού (που καταλαμβάνει 12.000 και πλέον στίχους) αποτελεί ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα και ιδιόσημα χαρακτηριστικά της Οδύσσειας, καθώς πραγματώνεται κατά έναν τρόπο απολύτως ευφάνταστο και ευρηματικό. Ένα πρώτο στοιχείο είναι ότι η επική αφήγηση αρχίζει και τελειώνει στην Ιθάκη, αρχίζει και τελειώνει επίσης με την παρέμβαση των θεών (του Δία ειδικότερα και της Αθηνάς). Η Αθηνά (στην ουσία η συνθετική βούληση του ποιητή) με τη δράση της σε όλο το έπος, την αυτοπρόσωπη παρουσία της ως Μέντορας, συχνά και με ονειρική παρέμβαση ή απλή εσωτερική παρόρμηση προς τα τρία βασικά δρώντα πρόσωπα (Οδυσσέα, Τηλέμαχο, Πηνελόπη), οδηγεί την αφήγηση προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, ανάλογα με τις ανάγκες του εκάστοτε συνολικού αφηγηματικού σχεδιασμού. Η όλη δράση αρχίζει με δύο ανεξάρτητα αφηγηματικά νήματα. Το πρώτο, το οποίο ενεργοποιεί η Αθηνά (ύστερα από απόφαση των θεών και του Δία), αναφέρεται στον Τηλέμαχο (Ραψωδίες α-δ, η γνωστή ως «Τηλεμάχεια»), ο οποίος φτάνει από την Ιθάκη στην Πύλο και στην Σπάρτη για να αναζητήσει νέα του πατέρα του. Το δεύτερο, το καθαυτό κύριο με τον κεντρικό ήρωα, το οποίο ενεργοποιεί εδώ ο Ερμής (με την ίδια απόφαση των θεών), αρχίζει με την αναχώρηση του Οδυσσέα από τη νήσο Ωγυγία (Ραψωδία ε), περνά από τη Σχερία, τη χώρα των Φαιάκων (Ραψωδίες ζ-μ), για να συνενωθούν τα δύο αφηγηματικά νήματα στην Ιθάκη (Ραψωδία ν κ.εξ.) και να συνεχίσουν πλέον ως ενιαίο αφηγηματικό σώμα μέχρι το τέλος της επικής δράσης. Μέσα στο αφηγηματικό αυτό σχήμα, και με μιάν εμβόλιμη ευρηματική αναδιήγηση, εγκιβωτισμένην στο κέντρο σχεδόν του αφηγηματικού καμβά (Ραψωδίες ι-μ), ο ποιητής παρεμβάλλει αναδρομικά όλες τις περιπέτειες του ήρωα (τις οποίες διηγείται ο ίδιος μπροστά στους Φαίακες σε πρώτο πρόσωπο) από τη στιγμή της αναχώρησής του από την Τροία ως την άφιξη στο νησί της Καλυψώς. Ένα εντυπωσιακό πράγματι παλίνδρομο αφηγηματικό τέχνασμα στην εξαιρετικά μάλιστα παραστατική και αξιόπιστη πρωτοπρόσωπη αναδιήγησή του. Εδώ πρέπει να προστεθούν επίσης και οι πολλές άλλες, μικρότερες ή μεγαλύτερες, ιστορούμενες παρεκβάσεις, και οι οποίες ωστόσο συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με το καθαυτό κύριο αφηγηματικό σώμα. Όλη αυτή η τόσο ευφάνταστη και αριστοτεχνική σύνθεση εδράζεται σ’ έναν εξυπαρχής αναμφισβήτητα συνολικό και συνειδητό σχεδιασμό, ο οποίος τεκμαίρεται από πολλά, πάρα πολλά, προοικονομούμενα στοιχεία καθ’ όλη τη διαδρομή της σύνολης επικής ανέλιξης και δράσης. Και με την επισημείωση ότι ο ποιητής δεν ακυρώνει, στο συνολικό δομικό σχήμα, την καθιερωμένη επική πρακτική της επιμέρους χρονολογικής διάταξης.

Ένα άλλο ιδιόσημο και ενδιαφέρον χαρακτηριστικό στην Οδύσσεια, άμεσα συνδεδεμένο με την πλοκή και τη σύνθεση, είναι ο υιοθετούμενος αφηγηματικός χρόνος. Συμπυκνωμένος, δραστικός, σύμμετρα διαβαθμισμένος μέσα στη διάρκεια των 40 μόλις ημερών, στις οποίες κατανέμεται όλη η καταιγιστική σχεδόν δράση του έπους, με αλλεπάλληλα και εναλλασσόμενα αφηγηματικά πεδία. Με εξίσου (και περισσότερο) συμπυκνωμένες επίσης τις ανάδρομες αφηγήσεις, ακόμη και τις άλλες μικρότερες ή μεγαλύτερες αφηγηματικές παρεκβάσεις. Η χρονική κατανομή των ανελικτικών επεισοδίων και δράσεων γίνεται σε ημερολογιακές ημέρες, όπου με την ανατολή κάθε καινούριας μέρας εγκαινιάζεται και μια νέα αφηγηματική δράση. Η οποία εξαγγέλλεται συνήθως με τον λαμπρό λογοτυπικό στίχο ἦμος δ’ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς ~ και μόλις την αυγή φάνηκε η ροδοδάκτυλη Ηώς (όπως ακριβώς αντικρύζει κανείς και σήμερα την Αυγή να ροδίζει σε εικόνα ανοικτής παλάμης) και κλείνει επίσης με τον εξίσου λογοτυπικό δύσετό τ’ ἠέλιος σκιόωντό τε πᾶσαι ἀγυιαί ~ και ο ήλιος εβασίλεψε κι οι δρόμοι όλοι σκοτείνιασαν. Αυτός ο στενός χρονικός περιορισμός των 40 ημερών απαιτούσε δεξιοτεχνικό αφηγηματικό χειρισμό, ώστε να συμπέσει η άφιξη του Οδυσσέα στο παλάτι με την απόφαση της Πηνελόπης για την τοξοβολία (καθυστέρηση ακόμη και μιάς ημέρας θα δημιουργούσε ασύμβατο, και καθόλου αίσιο, τέλος). Και στην περίπτωση εδώ του αφηγηματικού χρόνου άλλο ένα λαμπρό δείγμα της ευρηματικής επικής τεχνικής του ποιητή.

Η γλωσσική διατύπωση, ό,τι θα μπορούσε να ονομασθεί γενικότερα ως ποιητική έκφραση, είναι από τα πιο ενδιαφέροντα τεχνολογικά και αφηγηματικά δεδομένα. Η γλώσσα της Οδύσσειας, ώριμη ήδη και αρκετά εξελιγμένη (περισσότερο απ’ ό,τι στην Ιλιάδα) είναι, στη βασική μορφολογική της εκδοχή, η παλαιά ιωνική. Εμπλουτισμένη ταυτόχρονα με πολλά στοιχεία από την αιολική (ακόμη και την αττική διάλεκτο), από αρχαϊσμούς και νεολογισμούς, από πλήθος λογοτυπικές φόρμες, ρυθμοτονικά σχήματα και άλλα σχετικά της προηγούμενης επικής ποιητικής παράδοσης, αλλά και από πολλές κοινές εκφράσεις της τρέχουσας καθομιλουμένης. Ακόμη, και από γνωμικές ρήσεις και ζωντανό παροιμιακό υλικό έντεχνα ενσωματωμένο στον ρέοντα αφηγηματικό λόγο. Η εντυπωσιακή και απροκατάληπτη αυτή ελευθερία στη χρήση ενός τόσο ανόμοιου και ετερόκλητου γλωσσικού υλικού αποτελεί μια συνειδητή οπωσδήποτε, και νόμιμη από κάθε άποψη, δεξιοτεχνική εφαρμογή, προκειμένου να υπηρετηθούν αποτελεσματικά οι ανάγκες ενός προφορικού, και καθιερωμένου, ρυθμοαπαγγελτικού λόγου. Και πρέπει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη μείξη, όπως πραγματώνεται αριστοτεχνικά, λειτουργεί πράγματι ως ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό εργαλείο. Πέρα από τη μορφολογική ποικιλία της οδυσσειακής γλώσσας, που συμβάλλει καίρια στη ρυθμοτονική εκφορά του αφηγηματικού λόγου, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η καθαυτό ποιητική εκδοχή της, με ειδικά και εδώ δεδομένα που χρωματίζουν έντονα τη λογοτεχνική ποιότητα της Οδύσσειας. Το πρώτο, το πιο χαρακτηριστικό, είναι το επίθετο. Το οποίο, απλό ή σύνθετο, παραμένει παντού ένα ανεξάντλητο ποιητικό εκφραστικό στοιχείο, περιγραφικό και περιεκτικό, όχι απλά «κοσμητικό», και το οποίο έχει συχνά τη βαρύτητα και την υπόσταση ενός ουσιαστικού. Από την άποψη αυτή, οι σχετικοί επιθετικοί προσδιορισμοί υποδηλώνουν πραγματικές ιδιότητες στο προσδιοριζόμενο και είναι όντως ευφάνταστα λεκτικά επινοήματα αναδεικνύοντας έξοχα την έντεχνη ποιητικότητα του ομηρικού κειμένου. Δίπλα στο επίθετο στέκονται και οι πολλές μεταφορές-παρομοιώσεις (πολύ περισσότερες στην Οδύσσεια απ’ ό,τι στην Ιλιάδα). Παρομοιώσεις δραστικές, παραστατικές, ορισμένες ιδιαίτερα επικές, αντλημένες όλες από την καθημερινή εμπειρία του περιβάλλοντος φυσικού κόσμου, και οι οποίες ενισχύουν και εδώ παντού την εικονοποιητική υποβολή και την αφηγηματική ποικιλία. Θα πρέπει, τέλος, να ληφθούν υπόψη και τα πολλά άλλα εικονοποιητικά, ηχοποιητικά, παρηχητικά, και, γενικότερα, ιδιόσημα ρυθμοτονικά εκφραστικά στοιχεία και σχήματα που τονίζουν και αυτά όλα, με τη σειρά τους, το λογοτεχνικό και ποιητικό αποτύπωμα της Οδύσσειας. Και παράλληλα όλα εργαλεία και προϊόντα του ραψωδικού (απαγγελτικού και εκφωνητικού) ηχορυθμικού επικού λόγου.

Ό,τι πράγματι προέχει στην Οδύσσεια (το μεγάλο και κρυμμένο μυστικό της) είναι ο πλούσιος εσωτερικός ήχος και ρυθμός. Ο οποίος παραπέμπει σε μιαν αντίστοιχη μεγάλη προφορική παράδοση και στη μακραίωνη απαγγελτική εκφορά της ραψωδικής περιόδου. Πρόκειται για έναν έμμετρο λόγο εκφωνούμενον από ειδικούς επαγγελματίες, τους ραψωδούς (κάτι ανάλογο με τους σύγχρονους «ποιητάρηδες»), και προορισμένον παράλληλα για ένα ακροαματικό κοινό, το οποίο έπρεπε να διευκολύνεται και, κυρίως, να τέρπεται ακούγοντας. Στο θέμα αυτό επισημαίνονται πολυάριθμες στερεοτυπικές εκφράσεις (οι γνωστοί λογότυποι) με διαπιστωμένην κατάλληλη και αναγκαία ρυθμοτονική εκφορά, πολλά άλλα παρόμοια επίσης σχήματα, αλλά και αυτοτελείς στίχοι που αποδίδουν και αυτοί ηχοποιητικά και ηχορυθμικά μιαν ανάλογη εμπεριεχόμενη έννοια ή εικόνα. Όλα πολύτιμα εκφραστικά στοιχεία του προφορικού λόγου, τα οποία σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί (και δεν πρέπει) να παραβλέπονται και να παραγνωρίζονται. Έτσι π.χ. ο στίχος πόντον ἐπ’ ἀτρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων ~ ατένιζεν επίμονα την ατρύγητη θάλασσα δάκρυα χύνοντας (Ραψ. ε 84) ηχογραφεί, και εικονογραφεί, με λαμπρούς αναπαιστικούς ρυθμικούς τόνους, την αργή και επίμονη ενατένιση της απέραντης θάλασσας με σχεδόν μόνο προπαροξύτονες λέξεις (το ίδιο και στη νεοελληνική απόδοση), μια εικόνα που παρουσιάζει τον Οδυσσέα στην ακτή της Ωγυγίας προσμένοντας μήπως περάσει κάποιο πλοίο για να τον πάρει. Το ίδιο και ο άλλος λαμπρός στίχος ὡς σέ, γύναι, ἄγαμαί τε τέθηπά τε, δείδιά τ’ αἰνῶς| γούνων ἅψασθαι ~ όμοια μπροστά σου στέκω, γυναίκα, με θαυμασμό και έκσταση, και τρέμω φοβερά | τα γόνατά σου να αγγίξω (Ραψ. ζ 168, ο Οδυσσέας μπροστά στη Ναυσικά), ο οποίος παριστάνει έντονα, με τον ρυθμό και τον ήχο (αλλεπάλληλο προπαροξύτονο σχήμα με τα τρία συνεχόμενα ρήματα που ενισχύεται μάλιστα με τους εγκλιτικούς τόνους και το ισχυρό λογοτυπικό δείδιά τ’ αἰνῶς στο τέλος), τον δισταγμό και την απόσταση που θέλει να κρατήσει ο Οδυσσέας, με προφανή στόχο να αφαιρέσει από τη Ναυσικά οποιαδήποτε επιφύλαξη και φόβο. Το μοτίβο της ρυθμοτονικής εκφοράς είναι αισθητά έντονο, και συχνό, στις πολυάριθμες λογοτυπικές εκφράσεις (χαρακτηρισμοί, περιφράσεις, ολόκληροι στίχοι). Ως ενδεικτικά, και απολύτως σημειολογικά, δείγματα αποτελούν ο κλασικός λογότυπος για τον Οδυσσέα πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς ~ ο πολυβασανισμένος θείος Οδυσσέας (37 φορές, και μόνο στην Οδύσσεια) και ο ανάλογος για την Αθηνά θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη ~ η λαμπερόφθαλμη θεά Αθήνη (32 φορές στην Οδύσσεια, 19 στην Ιλιάδα), ιδιαίτερα πράγματι ευφωνικοί και εύρυθμοι. Με την ίδια χαρακτηριστική ευρυθμία και πλήθος άλλες πολύμορφες λογοτυπικές εκφράσεις: Ὀδυσσῆος φίλος υἱός, Νέστορος ἀγλαὸς υἱός, μέγα κῦδος Ἀχαιῶν, γέρων ἥρως Ἀλιθέρσης, Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ, φίλη τροφός Εὐρύκλεια, βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος, χρυσόθρονος ἤλυθεν Ἠώς, ἱερὸν μένος Ἀλκινόοιο (αλλά ἱερὴ ἲς Τηλεμάχοιο), ακόμη μάκαρες θεοὶ αἰὲν ἐόντες ~ μάκαρες θεοί που ζείτε αιώνια, θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέοντες ~ χύνοντας δάκρυ θαλερό, ἔπος τ’ ἔφατ’ ἔκ τ’ ὀνόμαζεν ~ και λόγια είπε και ονόμαζε, και πολλά, πάρα πολλά, άλλα. Το μοτίβο της πεποιημένης ρυθμοτονικής εκφοράς επιβεβαιώνεται με τους λογοτυπικούς χαρακτηρισμούς του Οδυσσέα, οι οποίοι διαφοροποιούνται από τον τύπο της ονομαστικής στις άλλες πτώσεις, ακριβώς για να δημιουργούνται έτσι εξίσου ευφωνικοί και εύηχοι ρυθμικοί λογότυποι. Όπως π.χ. πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς, αλλά Ὀδυσσῆος ταλασίφρονος, δῖος Ὀδυσσεύς, αλλά Ὀδυσσῆος θείοιο, πολύμητις Ὀδυσσεύς, αλλά πολυμήχαν’ Ὀδυσσεῦ, και πολλά άλλα και εδώ παρόμοια. Έτσι, από μια γενικότερη άποψη, πρέπει να θεωρηθεί εξαιρετικά βαρύνουσα, για την ορθή ποιητική και εκφραστική σύλληψη του επικού κειμένου της Οδύσσειας, η ιδιάζουσα όντως ρυθμοτονική και ηχητική του εκφορά. Όπως ακριβώς απαιτούσε ένας συγκεκριμένος, και ένας ασφαλώς εκλεπτυσμένος και υψηλής ποιότητας, προφορικός πολιτισμός, μέσα στον οποίο γεννήθηκε, και μέσα στον οποίο κυκλοφορούσε ακόμη και για αιώνες (εκφωνούμενο και ραψωδούμενο), το ανεπανάληπτο αφηγηματικό αριστούργημα της Οδύσσειας.

Ένα άλλο βασικό και καινότροπο στοιχείο του έπους, επί της ουσίας εδώ, πέρα από τη φόρμα, είναι οι χαρακτήρες-πρόσωπα και οι ιδέες που προβάλλει. Καταρχήν, ο κεντρικός ήρωας, ο Οδυσσέας, είναι ένας μετα-Τρωικός ήρωας, διαφορετικός από εκείνους που κυριαρχούν στην Ιλιάδα (οι κεντρικοί επίσης Αχιλλέας και Αγαμέμνονας). Χωρίς να έχει αποβάλει τα ηρωικά χαρακτηριστικά εκείνων και τα δικά του, αποβλέπει προπάντων στην επιστροφή στην «εστία» (πατρική και οικογενειακή), όχι αποκλειστικά στη νίκη και στη δόξα. Η οποία ωστόσο περνά μέσα από απίστευτες περιπέτειες και δοκιμασίες, που ξεπερνά όχι μόνο με τον ηρωισμό και την τόλμη, αλλά κυρίως με τις ιδιότητες ενός άλλου ήρωα-ανθρώπου. Είναι ο πολύτλας, ο πολυβασανισμένος του πρώτου μέρους του έπους, ο οποίος μετατρέπεται στη συνέχεια, και αναδεικνύεται, ως πολύμητις, ως πολυμήχανος. Είναι εκείνος που νικά σε κάθε περίσταση ως ευφυής και πανούργος, με την ευστροφία και την ευελιξία, την επιτηδειότητα, την «κερδοσύνη» του (κάτι που προσιδιάζει και στον πατέρα της μητέρας του Αυτόλυκο, Ραψ. τ 392 κ.εξ.). Είναι μια μοναδική ιδιότητα-αρετή, με την οποία αντιμετωπίζει πρωτίστως παντού κάθε δυσκολία, κάθε απροσδόκητο και αναπάντεχο κίνδυνο. Ωστόσο, εκείνο που τον χαρακτηρίζει πάνω απ’ όλα είναι το ανεξάντλητο ηθικό σθένος, η ακατάβλητη ψυχική δύναμη και αντοχή. Είναι ακριβώς το στοιχείο εκείνο που επιστρατεύει και ενεργοποιεί και όλα τα υπόλοιπα. Και είναι πράγματι ο «νέος άνθρωπος», στο σύνολό του, που αναδύεται μέσα από την Οδύσσεια, το νέο πρόσωπο μιας νέας «μετα-ηρωικής» ιστορικής πραγματικότητας. Το οποίο στοχεύει, σταθερά και ακλόνητα, και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, στον πόθο για ζωή, στην οικογενειακή καταφυγή και γαλήνη, στην ευημερία, στην άνεση (ένα τόσο σύγχρονο αναπάντεχα ιδεώδες). Στο ίδιο πνεύμα, και στην ίδια στάση ζωής, προβάλλει και το άλλο κεντρικό πρόσωπο του έπους, η Πηνελόπη. Πιστή και αφοσιωμένη, και παράλληλα με την ίδια επιτηδειότητα και ευφυΐα, αλλά και την ίδια εγκαρτέρηση, την ίδια ψυχική δύναμη και αντοχή, το γυναικείο ισοδύναμο του ήρωα. Ανάμεσα στους δύο, ο Τηλέμαχος. Τολμηρός όταν έγινε ώριμος, λίγο πριν φτάσει ο πατέρας του (όχι πάντως παράτολμος όπως εκείνος), και συνετός ταυτόχρονα (πεπνυμένος όπως και η Πηνελόπη περίφρων ~ συνετή πάνω απ’ όλες, πλάι στην οποία άλλωστε μεγάλωσε). Κοντά σ’ αυτούς και τα δευτερεύοντα πρόσωπα του Εύμαιου και της Ευρύκλειας. Πιστοί και αφοσιωμένοι και αυτοί, εξίσου συνετοί, με υψηλό ήθος, ευπρέπεια, και ειλικρινή ανιδιοτελή αισθήματα, μέσα στον άνομο κόσμο των μνηστήρων (και των άλλων άπιστων δούλων). Και μέσα στην ταπεινή κοινωνική τους θέση, που εκπέμπουν ωστόσο ήθος και συμπεριφορά ενός υψηλού αριστοκρατικού κόσμου. Ξεχωριστό ενδιαφέρον, άξιο ειδικού σχολιασμού, παρουσιάζει και το νέο πρόσωπο των θεών στην Οδύσσεια (σε σχέση πάντοτε με την Ιλιάδα) και η στάση τους απέναντι στους ανθρώπους. Δεν διακατέχονται από τα ίδια ανθρώπινα πάθη, δεν κατεβαίνουν για να αναμειχθούν μαζί τους, να πάρουν μέρος στις μάχες σε αντίπαλα στρατόπεδα. Αντίθετα, κατευθύνουν τα πράγματα από ψηλά, δίνουν στους ανθρώπους χώρο ελευθερίας και πρωτοβουλίας, εποπτεύουν και τους καθοδηγούν με τρόπο που να μπορούν οι ίδιοι να αποκαθιστούν τα λάθη τους, ακόμη και να υπερβαίνουν τη μοίρα που τους έχει ορισθεί. Είναι όμως και εκείνοι που τιμωρούν κάθε αδικία, κάθε υπέρβαση και παραβίαση του νόμου και της ηθικής τάξης (όπως προβάλλεται έντονα με τον οριστικό αφανισμό των μνηστήρων). Η νέα αυτή πνευματικότερη παρουσία των θεών επισφραγίζεται με την τελική απόφαση του Δία για συμβιβασμό των Ιθακησίων με τον ήρωα, την αυτόματη κατάργηση της αντεκδίκησης (βασικό κίνητρο επιθετικής δράσης στον ηρωικό κόσμο) και την ειρηνική συμβίωση των δύο πλευρών. Πρόκειται για μια νέα πραγματικότητα, μιαν ουσιαστική «ευνομία» (ρ 487), στην οποία όλοι έχουν μέρος και όλοι ζουν με ειρήνη και ασφάλεια. Είναι ακριβώς η νέα αμετάθετη βουλή του Δία, με την εντυπωσιακή κατηγορηματική εξαγγελία «πλούτος και ειρήνη (στο εξής) σε όλους να υπάρχει» (ω 486). Στην ουσία, η νέα παρακαταθήκη του ποιητή στην αυγή μιας νέας ιστορικής πραγματικότητας. Το νέο ιδεώδες ενός νέου, πιο ήπιου και πιο ανθρώπινου, μετα-ηρωικού κόσμου (ένα ιδεώδες τόσο επίκαιρο και για τον σύγχρονο άνθρωπο).

Ένα ακόμη (τελευταίο) που πρέπει να σχολιασθεί είναι ο τρόπος δημιουργίας και παράδοσης του έπους. Η Οδύσσεια (η οποία τοποθετείται στο τέλος του 8ου ή στις αρχές του 7ου π.Χ. αι., ίσως και προς το μέσον του) είναι έργο που φέρνει βαθειά τη σφραγίδα μιας εμπνευσμένης ποιητικής και αφηγηματικής μεγαλοφυΐας, ταυτόχρονα όμως είναι και προϊόν ενός εκλεπτυσμένου και υψηλού, μακρόχρονου προφορικού πολιτισμού. Είναι μια απολύτως έντεχνη προσωπική σύνθεση με ενσωματωμένο πλούσιο αφηγηματικό και κυρίως εκφραστικό παραδοσιακό υλικό. Στην Οδύσσεια ο ποιητής έχει διευρύνει, ως τα ακραία συνθετικά όρια, ένα παραδοσιακό αφηγηματικό είδος, την λεγόμενη αοιδή (άσμα, τραγούδι). Πρόκειται για αυτόνομες αφηγηματικές ενότητες, οι οποίες, με φορείς τους ομώνυμους αοιδούς που τις τραγουδούσαν με συνοδεία οργάνου (κιθάρας/φόρμιγγας), διατηρούσαν και διέδιδαν στο περιβάλλον του αρχαϊκού κόσμου τα μεγάλα θέματα της επικής ηρωικής ποίησης. Ίσως μάλιστα και ο ίδιος ο αφηγηματικός πυρήνας του Οδυσσέα να ανήκει σ’ αυτήν την προ-ομηρική επική ποίηση των αοιδών. Αρκετό από αυτό το θεματικό υλικό φαίνεται να έχει ενσωματωθεί στην Οδύσσεια (και να έχει έτσι έμμεσα διασωθεί). Ο ίδιος ο ποιητής όχι μόνον εισάγει, και εξυμνεί, στο έργο του δύο επώνυμους αοιδούς, τον Φήμιο και τον Δημόδοκο, οι οποίοι άδουν «κλέα ανδρών» στις βασιλικές αυλές της Ιθάκης και της Σχερίας (τον Δημόδοκο μάλιστα χαρακτηρίζει λαοῖσι τετιμένον ~ μέσα στο πλήθος τιμημένο, θ 472, ν 28), αλλά παραθέτει και αυτούσιο τέτοιο υλικό (αοιδή Έριδας Αχιλλέα και Οδυσσέα, Άρη και Αφροδίτης, Εκπόρθησης της Τροίας), τις οποίες όλες άδει ο Δημόδοκος μπροστά στον Οδυσσέα στην αυλή των Φαιάκων (Ραψ. θ, στ. 62-95, 266-369, 499-520). Ωστόσο, δεν είναι μόνο στη φόρμα και στο θεματικό υλικό που ακολουθεί ο ποιητής το αφηγηματικό παραδοσιακό είδος. Είναι προπάντων (και αυτό πρέπει να τονισθεί ιδιαίτερα) η άνετη και ευρεία χρήση και παραδοσιακού εκφραστικού υλικού. Παντού στην Οδύσσεια επισημαίνονται πολλές, πάρα πολλές, λογοτυπικές φόρμες (επιθετικοί χαρακτηρισμοί, σχήματα, φράσεις, στίχοι ολόκληροι) με έκδηλη τη ρυθμοτονική υφή, και οι οποίες ανήκουν προφανώς, στην πλειονότητά τους, στο οικείο αφηγηματικό υλικό της προ-ομηρικής επικής ποίησης. Και το οποίο παραπέμπει σε έναν μεγάλο, και ήδη καλλιεργημένο, προφορικό ποιητικό λόγο. Η διαμορφωμένη με τον τρόπο αυτόν Οδύσσεια, ένα είδος στην ουσία διευρυμένης αοιδής (ως αοιδός άλλωστε αυτο-συστήνεται έμμεσα και ο ίδιος ο ποιητής με την επίκληση στον περίφημο πρώτο στίχο ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροπον ~ βάλε στο στόμα μου ιστορίες, Μούσα, για τον άνδρα τον πολύτροπο), αδόταν από τους αοιδούς, με συνοδεία οργάνου και τουλάχιστον αρχικά στην πλήρη ασφαλώς μορφή της, στις επίσημες βασιλικές αυλές. Είναι η περίοδος που θα μπορούσε να ονομασθεί ως περίοδος «ασματικής» εκφοράς του έπους (Ίσως και το λεγόμενο δακτυλικό εξάμετρο να ήταν βασικά το μουσικό μέτρο, το ισχυρό-μακρό = θέση και τα δύο ασθενή-βραχέα = άρση). Ωστόσο η Οδύσσεια, λόγω του μεγάλου αφηγηματικού της εκτοπίσματος, της πλοκής και της σύνθεσης, του μυθιστορηματικού και περιπετειώδους κόσμου που περιγράφει, ακόμη και με τις αξίες που εξαγγέλλει και προβάλλει, έγινε γρήγορα και ένα ευρύτερο κοινό ακρόαμα. Βγήκε από τις κλειστές και αποκλειστικά επίσημες αυλικές εκτελέσεις και πέρασε σε ένα περισσότερο ανοικτό ακροατήριο. Είναι η περίοδος που περνά από τη μουσική εκτέλεση στην απλή απαγγελτική και εκφωνητική, η οποία και πραγματοποιείται τώρα από μιαν άλλη επαγγελματική συντεχνία, τους λεγόμενους ραψωδούς. Και που θα μπορούσε να ονομασθεί, με τη σειρά της, ως περίοδος «ραψωδικής» εκφοράς της Οδύσσειας. Κατ’ αυτήν, κυρίαρχο μέσο απόδοσης είναι η έντεχνη ρυθμοτονική απαγγελία, η οποία φέρεται έντονα αποτυπωμένη στο κείμενο που κατέληξε αργότερα στην καταγραφή. Και πρέπει σήμερα να θεωρείται νόμιμη, και αποδεκτή, οποιαδήποτε ρυθμοτονική ή άλλη αποτύπωση από τη μακρόχρονη εκτέλεση των ραψωδών. Οι οποίοι έδιναν ασφαλώς στο θέμα αυτό ιδιαίτερη έμφαση, καθώς ανταποκρινόταν σε κοινό ειθισμένο, όχι μόνο να απολαμβάνει το αφηγηματικό περιεχόμενο, αλλά και να τέρπεται από εκφραστικά μέσα οικεία σε έναν ακόμη κυρίαρχο προφορικό πολιτισμό. Πολλά αποσπάσματα της Οδύσσειας, τα οποία φαίνεται πως εκτελούνταν μεμονωμένα από τους ραψωδούς, παρουσιάζουν μιαν περίτεχνη επεξεργασία που δεν είναι άσχετη από αυτήν την αυτόνομη ραψωδική εκτέλεση (ιδιαίτερα χαρακτηριστική η περιγραφή, η «έκφραση», των Ανακτόρων του Αλκινόου, Ραψ. η, στ. 78-132). Αυτή η διαδοχική, διπλόμορφη εκτέλεση, ασματική αρχικά και απαγγελτική στη συνέχεια, πρέπει να σημειωθεί ότι έχει το παράλληλό της και στα νεώτερα πολύστιχα αφηγηματικά δημοτικά τραγούδια (πολλά από τα οποία μάλιστα έχουν διατηρήσει παράλληλα τη διπλή αυτή εκφορά ως τα πρόσφατα χρόνια). Με την μορφή ακριβώς αυτή, εκφωνούμενη και ραψωδούμενη, η Οδύσσεια έφτασε ως την πρώτη επίσημη καταγραφή της επί Πεισιστράτου στην Αθήνα (6ος π.Χ. αι.), και η οποία καθιερώνεται έκτοτε να απαγγέλλεται (ολόκληρη) στη μεγάλη εορτή των Παναθηναίων (Η προτίμηση στην Οδύσσεια ίσως πρέπει να αποδοθεί στην κυριαρχική παρουσία της Αθηνάς σ’ αυτήν, Σκέπη και Προστασία παντού του Οδυσσέα, όπως ακριβώς και της Αθήνας). Από την εποχή αυτή και στο εξής, η διάδοση της Οδύσσειας ακολουθεί μια νέα διαδρομή, την καταγραφική. Με την επιβολή της γραφής και την παράλληλη χρήση του βιβλίου αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται οι καταγραφές που γίνονται συνήθως κατά τόπους και κατά πόλεις (οι λεγόμενες ήδη από την αρχαιότητα «πολιτικές» εκδόσεις). Είναι ακριβώς η γραπτή αυτή παράδοση, στην οποία θα στηριχθούν αργότερα (3ος-2ος π.Χ. αι.) οι μεγάλοι Αλεξανδρινοί γραμματικοί και φιλόλογοι (Ζηνόδοτος, Αριστοφάνης, Αρίσταρχος) για να οριστικοποιήσουν, με ποικίλες παρεμβάσεις, το ομηρικό κείμενο (στους ίδιους οφείλεται και η διαίρεση σε Ραψωδίες, τιτλοφόρηση που παραπέμπει στην μεγάλη ραψωδική, απαγγελτική εκφορά της Οδύσσειας). Το οριστικοποιημένο αυτό κείμενο πέρασε, στη συνέχεια, στη μεσαιωνική (χειρόγραφη) παράδοση και από αυτήν στην έντυπη. Με το κείμενο των Αλεξανδρινών καθιερώθηκε οριστικά ο νέος έντυπος τρόπος διάδοσης του έπους (και που θα μπορούσε γι’ αυτό να χαρακτηρισθεί έκτοτε ως περίοδος «αναγνωστική»).

Η Οδύσσεια είναι έργο απολύτως πρωτότυπο, αλλά και απολύτως ενταγμένο μέσα στον ιστορικό κόσμο από τον οποίο προέρχεται. Τον οποίο εκφράζει, αλλά και τον οποίο ξεπερνά. Η ιστορική της διαδρομή έχει αφήσει ισχυρό και ανεξίτηλο το αποτύπωμά της, καθώς εξακολουθεί σταθερά να τέρπει και να διδάσκει. Αφηγηματικό περιεχόμενο, πλοκή και σύνθεση, γλώσσα και ύφος, εκφραστικό ιδίωμα, πλούτος και πρωτοτυπία, όλα αποτελούν ένα ενιαίο, αξεδιάλυτο σύνολο. Και καθιστούν την Οδύσσεια ποιητικό ανάγνωσμα μοναδικής απόλαυσης και εμπειρίας. Παράλληλα, ένας κόσμος ιδεατός και ειρηνικός, ανάμεσα στη φαντασία και στην πραγματικότητα, που εντυπωσιάζει με τη σύλληψη και την παραστατική του ενάργεια. Και που εκπέμπει μηνύματα πέρα από τόπο και χρόνο. Ένα κείμενο ζωντανό, γεμάτο δύναμη και ουσία, μεστό, αληθινό. Ο ανθρώπινος λόγος σε μια κορυφαία του κατάκτηση.

(Το κείμενο αυτό παρατίθεται ως Επίμετρο στον Γ´ τόμο “Σχόλια και Αναλύσεις”, σ. 151-63 του “Ανθολογίου”).

Αποσπάσματα

25
Ναυσικάς εγκώμιο
(Ραψ. ζ, στ. 149-85)

«Σε προσκυνώ, βασίλισσα· θεός είσαι αλήθεια ή άνθρωπος;
Αν μεν είσαι θεός, όπως αυτοί που έχουν τον απέραντο ουρανό,
με την Άρτεμη εγώ σε προσομοιάζω, την κόρη του μεγάλου Δία,
πάρα πολύ στο πρόσωπο, στ’ ανάστημα και στο κορμί·
αν πάλι είσαι απ’ τους θνητούς, που κατοικούν πάνω στη γη,
τρισμάκαρες σε σένα ο πατέρας κι η σεβαστή μητέρα,
τρισμάκαρες κι οι αδελφοί· σίγουρα η καρδιά τους πολύ
ευφραίνεται από αγαλλίαση εξαιτίας σου κάθε φορά,
όταν κοιτάζουν τέτοιον ανθό να μπαίνει στο χορό.
Κι εκείνος πάλι μες στην καρδιά ευτυχέστατος πάνω απ’ όλους,
ο οποίος με δώρα κερδίζοντας νύμφη θα σε οδηγήσει σπίτι του.
Γιατί ποτέ εγώ δεν είδα με τα μάτια μου παρόμοιον
ούτε άνδρα ούτε γυναίκα· δέος με συνέχει κοιτώντας σε.
Στη Δήλο κάποτε πλάι στο βωμό του Απόλλωνα όμοιο
νέο βλαστάρι φοίνικα αντίκρυσα ανερχόμενο·
γιατί έφτασα κι εκεί, λαός πολύς μ’ ακολουθούσε
σ’ εκείνην την οδό που έμελλε να μου είναι γεμάτη συμφορές.
Όπως κι εκείνο όταν είδα έμεινα στη ψυχή εκστατικός
ώρα πολλή, γιατί ποτέ δεν φύτρωσε από τη γη τέτοιο κλωνάρι,
όμοια μπροστά σου στέκω, γυναίκα, με θαυμασμό και έκσταση
και τρέμω φοβερά τα γόνατά σου να αγγίξω· λύπη βαρειά με κυριεύει.
Χθες μόλις την εικοστήν ημέρα ξέφυγα από το μαύρο πέλαγος·
όλες τις μέρες το κύμα κι άγριες θύελλες εδώ κι εκεί με έφερναν
από τη νήσο Ωγυγία· και τώρα στον τόπο αυτόν με έβγαλε ο θεός,
σίγουρα για να πάθω κάποιο κακό κι εδώ· γιατί νομίζω τα βάσανά μου
δεν θα πάψουν, αντίθετα πολλά ακόμη θα δώσουν οι θεοί προηγουμένως.
Αλλά, βασίλισσα, έλεος δείξε· γιατί σε σένα πρώτην έφτασα
δεινά πολλά μοχθήσας, από τους άλλους δε ανθρώπους κανέναν
δεν γνωρίζω, όσοι αυτήν εδώ την πόλη και τη χώρα έχουν.
Το άστυ δείξε μου και δώσε ένα κουρέλι να ρίξω επάνω μου,
αν έφερες αλήθεια κάποιο παλιόπανο, όταν εδώ ερχόσουν.
Και οι θεοί σ’ εσένα τόσα να δώσουν, όσα μες στη ψυχή σου λαχταράς,
άνδρα και σπίτι κι ομοφροσύνη να σου χαρίσουν
αγαθή· γιατί από αυτό καλύτερο και πιο σπουδαίο δεν υπάρχει,
όταν ομόφρονες στο νου και στην ψυχή έχουν σπιτικό
άνδρας και γυναίκα· βάσανα πολλά όταν διχογνωμούν,
χάρμα όταν μονιάζουν· κι αυτοί προπάντων το αισθάνονται.»

Σχόλια

Το εγκώμιο της Ναυσικάς είναι από τα ωραιότερα δείγματα δεξιοτεχνικής απεικόνισης, δομικής και υφολογικής, καταστάσεων και στόχων (αιχμή της κερδοσύνης του Οδυσσέα). Αφού ξύπνησε από τα ξεφωνητά των νεαρών γυναικών που έπαιζαν με τη σφαίρα (την οποία ξαστόχησε εσκεμμένα η Αθηνά), σηκώθηκε να πάει «όπως λιοντάρι ορεσίτροφο» (κατά την περίφημη παρομοίωση) με σκεπασμένα πρόχειρα από παχειά φύλλα θάμνων τα ανδρικά του όργανα, και εμφανίσθηκε μπροστά στη Ναυσικά αναλογιζόμενος αν θα έπρεπε να την ικετεύσει από κοντά, αγγίζοντας τα γόνατά της (κλασική χειρονομία ικεσίας), ή από μακριά. Αποφάσισε το δεύτερο, από απόσταση, για να μην την τρομάξει, εκφωνώντας έναν εγκωμιαστικό ύμνο, μια από τις λαμπρότερες ρήσεις πράγματι όλης της Οδύσσειας. Καταρχήν, προηγείται το καθαυτό εγκώμιο της Ναυσικάς, ακολουθεί στη συνέχεια η αναφορά στα προσωπικά δεινά, ο θαυμασμός και το δέος προς την ίδια, και επιλέγεται, ως κορύφωση, η έκκληση και η ευχή να της χαρίσουν οι θεοί «άνδρα και σπίτι κι ομοφροσύνην αγαθή». Σκοπός του (κατά σειράν): να κολακεύσει, να αποσπάσει τη συμπάθεια, να απομακρύνει τη δυσπιστία και το φόβο, να θίξει τις βαθύτερες χορδές μιας νεαρής παρθένας. Για να πετύχει έτσι την αναγκαία συμπαράσταση και βοήθεια (όπως και έγινε). Ωστόσο, το σπουδαιότερο εδώ είναι ότι όλα αυτά εκφωνούνται σε ένα ανάλογο ύφος κολακείας, δέους, έκκλησης, διακριτό σε όλο το Απόσπασμα (όπως φαίνεται και από το νεοελληνικό κείμενο, στο οποίο έγινε προσπάθεια να διατηρηθεί). Χωρίς αυτό δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή η δύναμη και η γοητεία του πρωτοτύπου. Εξαιρετικά διακριτός ο στίχος ὡς σέ, γύναι, ἄγαμαί τε τέθηπά τε δείδιά τ’ αἰνῶς ~ όμοια μπροστά σου στέκω, γυναίκα, με θαυμασμό και έκσταση και τρέμω φοβερά, ιδιαίτερα πυκνός και εκφραστικός, εικονοποιητικά και ηχοποιητικά. Δεν είναι μόνο η αυξανόμενη στα τρία αλλεπάλληλα ρήματα νοηματική επίταση (με το ισχυρότατο λογοτυπικό δείδιά τ’ αἰνῶς ~ και τρέμω φοβερά, στο τέλος), αλλά και η συνεχόμενη αναπαιστική κίνηση (με το συνεχόμενο επίσης προπαροξύτονο σχήμα που ενισχύεται και με τους επιπλέον εγκλιτικούς τόνους). Παραστατικά, εκφραστικά στοιχεία, τα οποία, σε καμιά περίπτωση, δεν μπορούν να θεωρηθούν τυχαία. Έτσι, ο στίχος παριστά έντονα, με τον ρυθμό και τον ήχο, τον δισταγμό και την απόσταση που θέλει να κρατήσει ο Οδυσσέας, με προφανή στόχο να αφαιρέσει από τη Ναυσικά οποιαδήποτε επιφύλαξη και φόβο. Από τους ωραιότερους και πιο εκφραστικούς στίχους του ομηρικού κειμένου (που αποδίδεται με ανάλογο ηχοποιητικό και αναπαιστικό τρόπο και ρυθμό και στο νεοελληνικό κείμενο). Εξίσου λαμπρό, αντιστικτικό δείγμα και η απάντηση στη συνέχεια της Ναυσικάς. Η οποία παρουσιάζεται εδώ (όπως και σε όλη τη Ραψωδία ζ) ως ένα ντουμπλαρισμένο θηλυκό ισοδύναμο του Τηλέμαχου.

28
Έκφραση
Ανακτόρων Αλκινόου
(Ραψ. η, στ. 78-132)

Έτσι λοιπόν αφού είπεν έφυγε η λαμπερόφθαλμη Αθήνη
πάνω από την ατρύγητη θάλασσα, πίσω της άφησε την πολυπόθητη Σχερίη,
έφτασε στον Μαραθώνα και στην ευρύδρομη Αθήνα,
και χώθηκε μες στο περίκλειστο παλάτι του Ερεχθέα. Ο Οδυσσέας πάλι
βάδιζε προς τα ονομαστά του Αλκινόου ανάκτορα· πολλά μες στην καρδιά του
ένοιωθε καθώς στεκόταν, πριν φτάσει στο χάλκινο κατώφλι.
Γιατί σαν ήλιου λάμψη και σελήνης άστραφτε
σ’ όλο το υψηλόροφο ανάκτορο του γενναιόψυχου Αλκίνοου.
Χάλκινοι τοίχοι εκτείνονταν από τη μια πλευρά κι από την άλλη,
απ’ το κατώφλι ως τον μυχό, κι ολόγυρα θριγκός με σμάλτο·
θύρες χρυσές ασφάλιζαν εντός το στερεό ανάκτορο·
ασήμι παραστάτες στέκονταν στο χάλκινο κατώφλι,
ασήμι επάνω το υπέρθυρο, κι ολόχρυση περόνη.
Σκύλοι χρυσοί και αργυροί στις δυό μεριές υπήρχαν,
τους οποίους ο Ήφαιστος τεχνούργησε με τη σοφή του γνώση
το ανάκτορο να φυλάσσουν του γενναιόψυχου Αλκίνοου,
αθάνατοι μένοντας κι αγέραστοι μέρες για πάντα.
Κι εντός, θρόνοι στον τοίχο ακουμπισμένοι από τη μιά πλευρά κι από την άλλη,
απ’ το κατώφλι ως τον μυχό πέρα ως πέρα, πάνω σ’ αυτούς πέπλοι
λεπτοί αραχνοΰφαντοι ήσαν βαλμένοι, των γυναικών εργόχειρα.
Εκεί οι πρώτοι των Φαιάκων από κοινού συσκέπτονταν
πίνοντας και τρώγοντας· όλα μέσα στο χρόνο τα είχαν άφθονα.
Κούροι χρυσοί επίσης σε στερεά φτιαγμένες βάσεις
στέκονταν όρθιοι στα χέρια τους κρατώντας δάδες αναμμένες,
φωτίζοντας τις νύχτες μέσα στις αίθουσες τους δαιτυμόνες.
Πενήντα δούλες το προσωπικό σ’ όλο τ’ ανάκτορο,
άλλες αλέθουν σε χειρόμυλο τον μελιχρό καρπό,
άλλες ιστούς υφαίνουν και κλώθουν νήματα
καθισμένες, όπως τα φύλλα λεύκης πελώριας·
από τα κρουστά τους υφαντά στάζει υγρό λάδι.
Όσο οι Φαίακες από τους άνδρες όλους πιο επιδέξιοι
πλοίο γοργό να κυβερνούν μέσα στο πέλαγος, το ίδιο κι οι γυναίκες
τεχνήτρες των ιστών· γιατί σ’ αυτές η Αθήνη έδωσε πάνω απ’ όλες
έργα περικαλλή καλά να ξέρουν και νά ’χουν συνετό μυαλό.
Και στην αυλή απέξω μέγας δενδρόκηπος πλάι στην πύλη
τετράγυος· φράκτης τον περιβάλλει από παντού.
Εκεί δένδρα ψηλά φυτρώνουν θαλερά,
ροδιές και αχλαδιές και αγλαόκαρπες μηλιές,
συκιές γλυκές επίσης και θαλερές ελιές.
Από αυτές καρπός ποτέ δεν χάνεται ούτε και λείπει
χειμώνα καλοκαίρι, όλο το χρόνο· αλλά αδιάκοπα
αύρα Ζεφύρου πνέουσα άλλα τα κάνει να ανθίζουν, άλλα τα ωριμάζει.
Αχλάδι στο αχλάδι μαραίνεται, μήλο στο μήλο,
σταφύλι επάνω στο σταφύλι, σύκο στο σύκο.
Δίπλα εκεί κληματαριά πολύκαρπη έχει ριζώσει,
σταφύλια από αυτήν σε σταφιδάλωνο σε τόπο ομαλό
στον ήλιο ψήνονται, άλλα επίσης τα τρυγούν,
άλλα πατούν για μούστο· πιο πέρα είναι άγουρα
μόλις που τον ανθό τους άφησαν, άλλα σιγωριμάζουν.
Εκεί στην άκρη του δενδρόκηπου πρασιές παντοειδείς
φυτρώνουν στη σειρά, όλο το χρόνο πρασινίζοντας·
εκεί και δύο βρύσες, η μιά σ’ όλο τον κήπο
χύνεται, η άλλη αντίθετα απ’ το κατώφλι της αυλής περνά
προς το υψηλό ανάκτορο, από αυτήν υδρεύονταν οι πολίτες.
Τέτοια λοιπόν ήσαν στου Αλκινόου το ανάκτορο των θεών τα αγλαά δώρα.

Σχόλια

Αναλυτική και περίτεχνη στο Απόσπασμα αυτό η περιγραφή («έκφραση») των ανακτόρων του Αλκινόου, αρκετά διαφορετική από τη συνοπτική, και γενικόλογη, για τα ανάκτορα του Μενελάου (Ραψ. δ, στ. 43-46 και 71-75) και του Οδυσσέα στην Ιθάκη (Ραψ. ρ, στ. 264 κ.εξ.). Η Αθηνά, αφού οδήγησε τον Οδυσσέα, με τη μορφή νεαρής παρθένας, στα ανάκτορα του Αλκινόου, έφυγε για την Αθήνα, ενώ εκείνος βάδιζε προς αυτά νοιώθοντας πολλά μέσα του. Τον θαυμασμό και την έκσταση μπροστά στη θέα τους (στους πρώτους στίχους), διαδέχονται κατά σειράν η επιβλητική εξωτερική περιγραφή, η εσωτερική, με τον λαμπρό διάκοσμο, η αναφορά στο πολυάριθμο υπηρετικό προσωπικό, και η εκτενέστατη στους κήπους. Η περιγραφή κλείνει με ένα απαρτισμένο, γενικό μονόστιχο. Μια παρόμοια περιγραφή δεν ανταποκρίνεται ασφαλώς σε συγκεκριμένη πραγματικότητα, αντίθετα εμπεριέχει πολλά στοιχεία υπερβολής και ουτοπίας. Ανάλογη είναι και η περίτεχνη επεξεργασία, η εξαντλητική παράθεση λεπτομερειών, η επιμέρους φραστική διατύπωση, επίσης ο πλούσιος και αργός ρυθμικός βηματισμός (και δεν αποκλείεται να υποκρύπτεται, στο σημείο αυτό, και μια αυτόνομη διαδοχική επεξεργασία των αοιδών της ραψωδικής περιόδου). Στόχος είναι, προφανώς, να προβληθεί ένα ιδανικό και μυθικό ανάκτορο (και κατ’ επέκταση ο μυθικός κόσμος χλιδής και πλούτου των Φαιάκων). Και όλα αυτά από δομική και μυθοπλαστική αναγκαιότητα. Το Ανάκτορο του Αλκινόου αποτελεί περίοπτο σκηνικό κέντρο, καθώς μέσα σ’ αυτό εκτυλίσσονται τα γεγονότα δύο Ραψωδιών (η, θ) και ιστορούνται οι μεγάλες περιπέτειες του Οδυσσέα (οι γνωστοί «Απόλογοι», Ραψωδίες ι-μ). Από την άποψη αυτή, θεωρείται εύλογη, και αφηγηματικά ευφάνταστη, η περίτεχνη έμφαση και προβολή. Από έναν παρόμοιο κόσμο πλούτου και χλιδής θεωρούνται επίσης εξίσου εύλογα και τα πλουσιοπάροχα δώρα του Αλκινόου και των αυλικών Φαιάκων προς τον Οδυσσέα (εδώ Απόσπασμα αρ. 32). Δομική αυτοτέλεια, περίτεχνη έκφραση, ήχος και ρυθμός, όλα καθιστούν το πολύστιχο αυτό χωρίο, μαζί με το περιεχόμενο, ένα από τα πιο εντυπωσιακά και τα πιο αξιομνημόνευτα όλης γενικά της Οδύσσειας.

62
Μάντρα Εύμαιου
(Ραψ. ξ, στ. 1-28)

Αυτός πάλι από το λιμάνι μονοπάτι κακοτράχαλο πήρε κι ανέβηκε,
μέσα από φαράγγια, σε τόπο δέντρα γεμάτο, όπου του εξήγησε η Αθήνη
ότι θα βρει τον θείο χοιροβοσκό, ο οποίος προπάντων το βιός του
από τους δούλους φρόντιζε, όσους στην κατοχή του είχεν ο θείος Οδυσσέας.
Κι αυτόν τον βρήκε στο προαύλιο καθισμένο, όπου αυλή ψηλή
για τις ανάγκες του είχε κτισθεί, σε χώρο από παντού περίφρακτο,
ωραία και μεγάλη, περίκλειστη· αυτήν ο ίδιος ο χοιροβοσκός
έκτισε για τους χοίρους, όταν ο άνακτας βρισκόταν μακριά,
χωρίς η δέσποινα να το γνωρίζει κι ο γέροντας Λαέρτης,
με πέτρες που κουβάλησε, και μ’ αγριαχλαδιές στηθαίο έστησε.
Απέξω πάλι πασάλους κάρφωσε απ’ άκρη σ’ άκρη πέρα ως πέρα,
πυκνούς και συνεχόμενους, από βελανιδιά τη φλούδα αφαιρώντας·
και στον αυλόγυρο από μέσα δώδεκα χοιροστάσια έφτιαξε
το ένα κοντά στο άλλο, κοιτώνες για τους χοίρους· και στο καθένα
πενήντα γουρούνια χαμοκύλιστα ήταν κλεισμένα
θηλυκά πάνω στη γέννα τους· τ’ αρσενικά πάλι έξω κοιμόντουσαν,
κατά πολύ λιγότερα· γιατί αυτά όλο λιγόστευαν καθώς τα έτρωγαν
οι ισόθεοι μνηστήρες, μια κι ο χοιροβοσκός τον πιο ξεχωριστό
απ’ όλους τους καλοθρεμμένους χοίρους συνέχεια σ’ εκείνους έστελλε·
κι αυτοί τρακόσοι εξήντα είχαν απομείνει (στο σύνολό τους).
Εκεί επίσης τέσσερεις σκύλοι θηρία όμοια νύκτα και μέρα
ξαγρυπνούσαν, που ο χοιροβοσκός ανάθρεψε, πρώτος μέσα στους άνδρες.
Ο ίδιος πέδιλα (την ώρα αυτή) στα πόδια του προσάρμοζε,
κόβοντας δέρμα βοδινό καλλίχρωμο· οι άλλοι πάλι (όσοι μαζί του ήταν)
πήγαν άλλος αλλού στους χοίρους εκεί που ήταν μαζεμένοι,
οι τρεις· τον τέταρτο στην πόλη κάτω έστειλε από πριν
χοίρο να φέρει στους υπερφίαλους μνηστήρες αναγκαστικά,
για να χορτάσει, σφάζοντάς τον, κρέατα η ψυχή τους.

Σχόλια

Η Ραψωδία ξ αρχίζει με την περιγραφή της μάντρας του Εύμαιου. Ένα νέο περίοπτο σκηνικό αφηγηματικό κέντρο που κυριαρχεί σε όλη τη Ραψωδία ξ και στο μεγαλύτερο τμήμα των δύο επόμενων (ο, π). Και το οποίο ο ποιητής προβάλλει, κατά την πάγια κλασική του τεχνική, ήδη με την έναρξη της νέας αφηγηματικής δράσης. Όπως ακριβώς κάνει για το Σπήλαιο της Καλυψώς (Ραψ. ε, στ. 55-84, εδώ Απόσπ. αρ. 18), τα Ανάκτορα του Αλκινόου (Ραψ. η, στ. 78-132, Απόσπ. αρ. 28), και το λιμάνι του Φόρκυνος (Ραψ. ν, στ. 96-112, Απόσπ. αρ. 58). Στη μάντρα διεξάγεται η μακρά συνομιλία Οδυσσέα και Εύμαιου, εδώ ιστορούνται οι πρώτες μεγάλες πλαστές αφηγήσεις, εδώ θα έρθει ο Τηλέμαχος από την Πύλο και θα πραγματοποιηθεί ο αναγνωρισμός, εδώ θα σχεδιασθεί ο φόνος των μνηστήρων, και από εδώ, τέλος, θα γίνει η μετάβαση όλων στο ανάκτορο του Οδυσσέα. Ένα ταπεινό στην ουσία κατάλυμα που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε δύο λαμπρά ανάκτορα (Αλκίνοου και Οδυσσέα), σημαντικότατο ωστόσο για την αναγκαία προώθηση της όλης αφηγηματικής δράσης. Γι’ αυτό ακριβώς η πρόταξη της μάντρας και η αναλυτική παρουσίασή της. Ένα πραγματικό αριστούργημα ρεαλιστικής περιγραφής και έντεχνης απεικόνισης ενός ταπεινού κοινότυπου χώρου (μιας «καλύβας»). Λαμπροί οι τέσσερεις πρώτοι στίχοι για τη συμπυκνωμένη ρυθμική ποικιλία και την ευκαμψία (στοιχεία που μεταφέρονται και στη νεοελληνική απόδοση), οι οποίοι περιγράφουν την άφιξη του Οδυσσέα από το λιμάνι, μέσα από φαράγγια και μονοπάτι κακοτράχαλο, στον κατάφυτο τόπο της μάντρας. Στους επόμενους στίχους περιγράφεται η μάντρα με όλα τα υποστατικά εξαρτήματα, τον αναγκαίο μαντρότοιχο, τα πολλά μέσα κι έξω χοιροστάσια, τα σκυλιά-φύλακες, τους τέσσερεις υποτακτικούς. Στο τέλος του Αποσπάσματος παρουσιάζεται ο Εύμαιος, μόνος του στη μάντρα, να προσαρμόζει πέδιλα στα πόδια. Είναι ακριβώς η στιγμή που εμφανίζεται ο επαίτης - Οδυσσέας (επόμενο Απόσπ. αρ. 63).

82
Η Πηνελόπη ανάμεσα στους μνηστήρες
Διάλογος με Τηλέμαχο - Δώρα μνηστήρων
(Ραψ. σ, στ. 206-42, 281-303)

Έτσι αφού είπε, να κατεβαίνει άρχισε από τα απαστράπτοντα υπερώα,
όχι μόνη, μαζί της και δύο αμφίπολοι ακολουθούσαν.
Κι όταν μες στους μνηστήρες βρέθηκε η θεία μέσα στις γυναίκες,
στάθηκε πλάι στον υποστύλιο δοκό της στερεά φτιαγμένης στέγης,
έχοντας ριχτά στα μάγουλα τα λαμπερά της κρήδεμνα·
και δεξιά κι αριστερά της στάθηκε η κάθε μιά σεμνή αμφίπολος.
Κι αυτών εκεί παρέλυσαν τα γόνατα και πόθο στην καρδιά τους άναψε,
κι όλοι να κοιμηθούν ευχόντουσαν μαζί της στο κρεβάτι.
Εκείνη πάλι στον Τηλέμαχο, το γιο της τον αγαπημένο, στράφηκε και είπε·
«Τηλέμαχε, δεν είναι πια στη θέση του ο νους σου ούτε κι η σκέψη·
κι όταν ακόμη ήσουν παιδί σκεφτόσουν περισσότερο αυτά που έπρεπε·
και τώρα που ήδη είσαι μεγάλος και βρίσκεσαι στο όριο της ήβης,
και που θα έλεγε κανείς, κάποιος που είναι ξένος, πως είσαι γόνος
ανδρός καλότυχου, έτσι που φαίνεσαι ωραίος και μεγαλόσωμος,
καθόλου ο νους σου δεν είναι αυτός που πρέπει ούτε κι η σκέψη σου,
αφού μια τέτοια πράξη, αυτή εδώ, μέσα στ’ ανάκτορά μας έγινε,
ο οποίος αυτόν τον ξένον άφησες έτσι ανάρμοστα να κτυπηθεί.
Πώς τώρα (θα το αντιμετώπιζες), αν κάτι μέσα στο ανάκτορό μας
ο ξένος πάθαινε από την αλγεινή πάλη όπου τον έσπρωξαν;
Αίσχος κι ατίμωση για σένα μες στους ανθρώπους.»
Και προς αυτήν πάλι ο συνετός Τηλέμαχος απάντησε·
«Μητέρα μου, καθόλου δεν αγανακτώ που εσύ έχεις χολωθεί·
εγώ ωστόσο ξέρω κι αντιλαμβάνομαι το κάθε τι,
και τα καλά και τα χειρότερα· πριν ήμουνα μικρός ακόμη.
Αλλά όλα, όσα αλήθεια πρέπει, αδύνατο ν’ αντιληφθώ·
γιατί αυτοί εδώ στρογγυλοκαθισμένοι άλλος από αλλού έχοντας το κακό
στο νου τους με ζαλίζουν, και σ’ εμένα συμπαραστάτες δεν υπάρχουν.
Η πάλη πάντως του ξένου και του Ίρου δεν έγινε όπως οι μνηστήρες
ήθελαν, στη βίαιη σύγκρουση αυτός βγήκε ανώτερος.
Μακάρι πατέρα Δία και Αθηνά κι Απόλλωνα
έτσι αυτήν την ώρα οι μνηστήρες μέσα στ’ ανάκτορά μας
να έσκυβαν τα κεφάλια κατατροπωμένοι, άλλοι στην αυλή,
και άλλοι στο παλάτι μέσα, τα μέλη τους να είχαν παραλύσει,
όπως και τώρα ο Ίρος εκείνος έξω στην αυλόπορτα
κάθεται με το κεφάλι του σκυφτό, όπως ο μεθυσμένος,
κι ούτε μπορεί στα πόδια όρθιος να σταθεί ούτε στο σπίτι του
να πάει, όπου του πρέπει να γυρίσει, αφού τα μέλη του έχουν παραλύσει.»

Έτσι είπε, και μέσα του χαρά αιστάνθηκε ο πολυβασανισμένος θείος Οδυσσέας,
καθώς δώρα τους αποσπούσε και με μειλίχια λόγια
την καρδιά τους έθελγε, ενώ άλλα ο νους της επιδίωκε.
Και προς αυτήν πάλι ο Αντίνοος, ο γιος του Ευπείθη, είπε·
«Κόρη του Ικάριου, συνετή πάνω απ’ όλες Πηνελόπη,
όποιος λοιπόν από τους Αχαιούς δώρα θελήσει εδώ να φέρει,
να τα δεχθείς· δεν είναι ωραίο την προσφορά ν’ απαρνηθείς·
εμείς στα έργα μας δεν πρόκειται να πάμε ούτε και κάπου αλλού,
προτού εσύ τον άριστο από τους Αχαιούς να παντρευτείς.»
Έτσι είπεν ο Αντίνοος, κι ο λόγος του σ’ εκείνους άρεσε,
και δώρα ο καθένας κήρυκα έστειλε να φέρει.
Για τον Αντίνοο λοιπόν πέπλο (ο κήρυκας) της έφερε μεγάλο και περίλαμπρο,
πεποικιλμένο· σ’ αυτό δώδεκα περόνες συνολικά υπήρχαν
χρυσές, καλά στερεωμένες με άγκιστρα ευλύγιστα.
Για τον Ευρύμαχο περιδέραιο (ο δικός του κήρυκας) της έφερε περίτεχνο
χρυσό, με χάντρες κεχριμπάρι αρμοσμένο, λαμπρό όπως ο ήλιος.
Για τον Ευρυδάμαντα οι υπηρέτες πάλι δυό σκουλαρίκια έφεραν
τρίχαντρα σαν μούρα· και άστραφτε η χάρη τους πολύ.
Και του άνακτα Πεισάνδρου, γιου του Πολύκτορα, ο θεράπων
μιαν αλυσίδα έφερε, περίλαμπρη, να την κοιτάς να χαίρεσαι.
Κι άλλα πολλά ωραία δώρα καθένας από τους Αχαιούς της έφερε.
Εκείνη έπειτα στα υπερώα ανέβηκε η θεία μέσα στις γυναίκες,
ενώ οι ακόλουθες μαζί της έφεραν τα περικαλλή δώρα.

Σχόλια

Το τμήμα αυτό (πλήρες, στ. 158-303) είναι από τα αριστουργήματα της Οδύσσειας. Πρόκειται για μια σκηνή στην οποία φιλοτεχνείται εξαίρετα η εικόνα της Πηνελόπης ως πιστής και αφοσιωμένης, αλλά και με ιδιαίτερη ευφυΐα. Η Πηνελόπη, ύστερα από παρόρμηση της Αθηνάς, η οποία επιπλέον σε ύπνο τής χάρισε «αθάνατα δώρα» ομορφιάς (για να μείνουν «έκθαμβοι» οι Αχαιοί), κατεβαίνει από τα υπερώα στην κεντρική αίθουσα με τους μνηστήρες (όπου επίσης ο Τηλέμαχος και o Οδυσσέας-ζητιάνος), συνοδευόμενη από δύο αμφιπόλους (θεραπαινίδες). Με πρόθεση να συμβουλεύσει τον Τηλέμαχο να μην τους συναναστρέφεται γιατί σκέφτονται το κακό του, στην πραγματικότητα όμως για να αποκαλυφθεί (σύμφωνα με το σχέδιο της Αθηνάς) ο δυνατός πόθος των μνηστήρων μπροστά στον άνδρα και στον γιο της, και να γίνει έτσι «περισσότερο άξια τιμής» κι από τους δύο (στ. 161-62). Στο Απόσπασμα εδώ, στο πρώτο μέρος (στ. 206-42), η Πηνελόπη εμφανίζεται να κατεβαίνει από τα υπερώα, να ακουμπά στον κεντρικό υποστύλιο δοκό της αίθουσας, έχοντας ριχτά στα μάγουλα τα λαμπερά της κρήδεμνα (τον κεφαλόδεσμο καλύπτρα) και δεξιά και αριστερά την κάθε μιά αμφίπολο (μια τυπική στάση η οποία αναφέρεται και σε άλλες σκηνές με την Πηνελόπη, Ραψωδίες α 333-35, π 415-16, φ 64-66). Οι μνηστήρες μένουν πράγματι έκθαμβοι από το κάλλος της και άναψε ο πόθος τους να κοιμηθούν μαζί της. Η Πηνελόπη τους αγνοεί απευθυνόμενη μόνο προς τον Τηλέμαχο. Στον μεταξύ τους διάλογο τον επιπλήττει γιατί επέτρεψε να γίνει «αυτό» σε βάρος του ξένου (η πάλη με τον Ίρο), ενώ ο Τηλέμαχος απαντά ότι ο ξένος κατατρόπωσε τον Ίρο και μακάρι ο Δίας να κάνει το ίδιο και για τους μνηστήρες. Στο δεύτερο μέρος του Αποσπάσματος (στ. 281-303) περιγράφονται τα λαμπρά δώρα που έφεραν οι μνηστήρες στην Πηνελόπη. Μετά τον διάλογο με τον Τηλέμαχο ακολουθεί ένας δεύτερος με τον Ευρύμαχο, ο οποίος εγκωμιάζει υπέρμετρα το κάλλος της. Εκείνη βρίσκει την ευκαιρία να επισημάνει ότι η μνηστεία δεν γίνεται κατά τον παλαιό καθιερωμένο τρόπο, όπου πρόσφεραν πολλά δώρα (υπονοεί πέρα από τα γαμήλια, τα γνωστά ως ἔεδνα). Είναι ακριβώς το σημείο που προκαλεί τον θαυμασμό του Οδυσσέα «καθώς δώρα τους αποσπούσε, ενώ ο νους της άλλα επιδίωκε» (στ. 282-83). Καί είναι μετά από αυτό, και ύστερα από πρόταση του Αντίνοου, που οι μνηστήρες έφεραν τα λαμπρά δώρα. Τα οποία αφού πήρε η Πηνελόπη ανέβηκε ξανά με τις θεραπαινίδες στα υπερώα. Εντυπωσιακή πράγματι, στο σύνολό της, η σκηνοθεσία της συγκεκριμένης σκηνής. Πολύ περισσότερο, καθώς όλα αυτά συμβαίνουν μπροστά στον ξένο-Οδυσσέα. Ο οποίος διαπιστώνει, με τα ίδια του τα μάτια, την πίστη και την αφοσίωσή της, αλλά και την ευφυΐα της. Ένα παράλληλο είδωλο του ίδιου, αφού και εκείνος έμεινε πιστός αντιστεκόμενος σε ανάλογα θέλγητρα (Κίρκης, Καλυψώς) και υπερνικώντας με την ευφυΐα του (την επιτηδειότητα, την «κερδοσύνη» του) άπειρες δυσκολίες και κινδύνους. Μια συνάλληλη, πράγματι, συζυγική ταύτιση. Ταυτόχρονα, στη σκηνή αυτή της Πηνελόπης διαφαίνεται και ένας άλλος στόχος του ποιητή, καθώς την παρουσιάζει να δεσπόζει στο σκηνικό κέντρο, κυρίαρχη ουσιαστικά του οίκου της, πέρα και πάνω από τους μνηστήρες και τον ίδιο τον Τηλέμαχο. Είναι προφανώς η σκόπιμη, παράλληλη ανάδειξη των δύο κύριων προσώπων στην πραγματική τους διάσταση, τώρα που η δράση άρχισε να βαίνει προς το τέλος της. Για να παρουσιασθούν ακριβώς Οδυσσέας και Πηνελόπη μόνοι και κυρίαρχοι στο τέρμα της αφηγηματικής δράσης.

93
Φόνος Αντίνοου και Ευρύμαχου
(Ραψ. χ, στ. 1-88)

Εκείνος τότε έβγαλε τα ράκη ο πολυμήχανος Οδυσσέας,
πήδησε στο φαρδύ κατώφλι, το τόξο κρατώντας και τη φαρέτρα
γεμάτη βέλη, άδειασε κάτω τις γοργόφτερες σαΐτες
εκεί στα πόδια του μπροστά, και στους μνηστήρες είπε·
«Αυτός λοιπόν ο αβλαβής άθλος έχει τελειώσει·
τώρα άλλον πάλι στόχο, που άνδρας κανείς ποτέ δεν έβαλε,
θα επιλέξω, αν ίσως τον πετύχω και δόξα μου δώσει ο Απόλλων.»
Είπε, και στον Αντίνοο κατηύθυνε το πικρό βέλος.
Ο οποίος κύπελλο ωραίο στα χείλη του να φέρει ετοιμαζόταν,
χρυσό, που άστραφτε, και ήδη στα χέρια το κουνούσε,
κρασί να πιει· φόνος καθόλου απ’ το μυαλό του δεν
περνούσε· ποιός φανταζόταν ότι ανάμεσα σε άνδρες στρωμένους σε τραπέζι
μόνος του ένας ενάντια σε πολλούς, και αν ακόμη ήταν δυνατός πολύ,
θάνατο σκληρό και μαύρη μοίρα σ’ αυτόν θα προκαλούσε;
Αυτόν ωστόσο ο Οδυσσέας στο λαιμό ίσια σημαδεύοντας κτύπησε με το βέλος,
και πέρα ως πέρα διαπέρασε η αιχμή τον απαλό του αυχένα.
Έγειρε προς τα πίσω, κι από το χέρι τού έπεσε το κύπελλο
καθώς κτυπήθηκε, κι αμέσως χείμαρρος αίμα ανθρώπινο από τη μύτη του
ανάβλυσε· αστραπιαία από μπροστά του έσπρωξε το τραπέζι
κλωτσώντας το, και χάμω τα φαγητά σκόρπισε ανάκατα με
αίμα ψωμιά και κρέατα ψημένα. Κι αυτοί έβαλαν τις φωνές
οι μνηστήρες μέσα στ’ ανάκτορα καθώς τον είδαν που κάτω έπεσε,
κι από τους θρόνους έντρομοι πάνω πετάχτηκαν μέσα στ’ ανάκτορο,
παντού τριγύρω τους καλοχτισμένους τοίχους με το βλέμμα ψάχνοντας·
κι ούτε ασπίδα κάπου υπήρχε ούτε κι άλκιμο δόρυ για να το πάρουν.
Και τον Οδυσσέα με λόγια αποπήραν οργή γεμάτα·
«Ξένε, κακώς ρίχνεις τα τόξα σου πάνω στους άνδρες· δεν πρόκειται πια
μέρος να πάρεις σε άλλους άθλους· σίγουρος σ’ εσένα τώρα ο άγριος όλεθρος.
Αυτήν την ώρα σκότωσες άνδρα που είναι εξόχως άριστος
από τους νέους στην Ιθάκη· γι’ αυτό εσένα γύπες εδώ θα φάνε.»
Έλεγεν ο καθένας τους, γιατί πίστευαν πράγματι ότι χωρίς να θέλει
σκότωσε τον άνδρα· κι αυτό οι ανόητοι δεν κατάλαβαν,
ότι ήδη πάνω απ’ όλους τους το δίκτυ του ολέθρου είχεν απλωθεί.
Και προς αυτούς λοξοκοιτώντας τους είπεν ο πολυμήχανος Οδυσσέας·
«Σκυλιά, λέγατε πως πια στο σπίτι μου δεν θα γυρίσω
από τη γη των Τρώων, γι’ αυτό μου κατατρώγατε το σπίτι,
δια της βίας με τις γυναίκες δούλες μου πλαγιάζατε,
και τη γυναίκα μου να παντρευτείτε επιδιώκατε, ενώ ο ίδιος ήμουν ζωντανός,
χωρίς ούτε τους θεούς καν να φοβάστε, αυτούς που έχουν τον απέραντο ουρανό,
ούτε πως κάποτε κάποια εκδίκηση απ’ τους ανθρώπους θα υπάρξει·
τώρα πάνω απ’ όλους σας το δίκτυ του ολέθρου έχει απλωθεί.»
Έτσι είπεν, και φόβος όλους, που το πρόσωπο χλωμιάζει, τους κυρίεψε·
και ο καθένας κοίταζεν ολόγυρα πώς να ξεφύγει τον άγριον όλεθρο·
και μόνος ο Ευρύμαχος σ’ αυτόν ανταπαντώντας είπεν·
«Αν μεν λοιπόν ο Ιθακήσιος Οδυσσέας είσαι που έχεις έρθει,
αυτά ασφαλώς σωστά τα είπες, όσα συνέχεια έκαναν οι Αχαιοί,
πολλά υβριστικά μέσα στ’ ανάκτορα, πολλά και στους αγρούς.
Αλλά αυτός που αίτιος για όλα ήταν κείται νεκρός,
ο Αντίνοος· ο οποίος σ’ αυτά ακριβώς τα έργα πρωτοστατούσε,
χωρίς το γάμο τόσο να χρειάζεται ούτε και να τον θέλει,
αλλά άλλα στο νου του έχοντας, τα οποία σε πέρας δεν του έφερε ο Κρονίων,
να βασιλεύει σ’ όλο το δήμο της καλά κτισμένης Ιθάκης
αυτός προσωπικά, αλλά και το δικό σου γιο σ’ ενέδρα να σκοτώσει.
Ο οποίος όμως νεκρός βρίσκεται τώρα κατά τη μοίρα του, κι εσύ λυπήσου
τους λαούς σου· εμείς πάλι αργότερα από το δήμο συγκεντρώνοντας,
όσα μέσα στ’ ανάκτορα σού έχουν φαγωθεί κι έχουν καταποθεί,
αποζημίωση προσφέροντας καθένας χωριστά είκοσι βόδια,
και το χαλκό και τον χρυσό θ’ ανταποδώσομε, ωσότου η καρδιά σου
θεραπευθεί· πριν δίκαιο πολύ να είσαι χολωμένος.»
Και προς αυτόν λοξοκοιτώντας τον είπεν ο πολυμήχανος Οδυσσέας·
«Ευρύμαχε, και αν ακόμη όλα τα πατρικά σας πλούτη μου αποδώσετε,
όσα εσείς έχετε τώρα και όλα όσα απ’ οπουδήποτε προσθέσετε,
ούτε κι έτσι αυτήν την ώρα τα χέρια μου από το φονικό θα σταματήσω,
πριν οι μνηστήρες να πληρώσουν για όλη την υπέρβαση και ανομία.
Τώρα εσείς έχετε μπροστά σας ή να σταθείτε πολεμώντας
ή να το βάλετε στα πόδια, αν ίσως κάποιος μοίρα και θάνατο γλιτώσει·
αλλά κανείς νομίζω δεν θα ξεφύγει τον άγριον όλεθρο.»
Έτσι είπεν, κι αυτών εκεί αμέσως λύθηκαν τα γόνατα και η καρδιά τους.
Και προς αυτούς, παίρνοντας ξανά τον λόγο, είπεν ο Ευρύμαχος·
«Αγαπητοί, δεν πρόκειται αυτός εδώ τα χέρια του άπραγα να κρατήσει,
αλλά μια και το καλοξυσμένο τόξο και τη φαρέτρα πήρε,
πάνω από το ξυστό κατώφλι τα τόξα του θα ρίχνει, ωσότου όλους
να μας σκοτώσει· γι’ αυτό ανδρείοι ας φανούμε, πολεμόχαροι.
Τραβήξτε όλοι τα σπαθιά και βάλτε ασπίδα τα τραπέζια
στα γρήγορα θανατηφόρα βέλη· και πάνω του όλοι ας πέσομε
αθρόοι, αν ίσως απ’ το κατώφλι και την πόρτα απωθήσομε,
σ’ όλο το άστυ (έπειτα) να ξεχυθούμε, κοσμοσυρροή να γίνει πάραυτα·
έτσι αυτός εδώ για τελευταία φορά τώρα τα βέλη του θα έριχνε.»
Αυτά λοιπόν αφού είπε τράβηξε το ξίφος το οξύ,
το χάλκινο, κι από τις δυό πλευρές ακονισμένο, και πάνω του όρμησε
βγάζοντας άγρια κραυγή· την ίδια στιγμή ωστόσο κι ο θείος Οδυσσέας
βέλος έριξε εναντίον του, στο στήθος πλάι στο βυζί τον κτύπησε, και
στο συκώτι του καρφώθηκε η γοργόφτερη σαΐτα· από το χέρι του
χάμω το ξίφος πέταξε, τρεκλίζοντας επάνω στο τραπέζι
στα δύο διπλωμένος έπεσε, κάτω τα φαγητά έριξε
και το αμφίστομο κύπελλο, στο έδαφος κτύπησε με το μέτωπο
ψυχορραγώντας, και με τα δυό του πόδια τίναξε το σκαμνί
κλωτσώντας το· και το σκοτάδι κάλυψε τα μάτια του.

Σχόλια

Η αρχή της Ραψωδίας χ (στ. 1-88), ο φόνος του Αντίνοου και του Ευρύμαχου από τον Οδυσσέα, είναι ένα αφηγηματικό και περιγραφικό αριστούργημα. Με απαράμιλλη παραστατική ενάργεια, και ένταση, αποτυπώνονται σ’ αυτό εικόνες, αισθήματα, ποικίλες ψυχικές καταστάσεις. Χωρίζεται, εσωτερικά, σε δύο ενότητες, οι οποίες αναφέρονται, η μία στον φόνο του Αντίνοου και η άλλη στον φόνο του Ευρύμαχου. Είναι οι πρώτοι που σκοτώνονται από τον Οδυσσέα, καθώς υπήρξαν οι περισσότερο αλαζονικοί και προκλητικοί από τους μνηστήρες, και αυτοί με την πιο απαξιωτική και επιθετική συμπεριφορά προς τον Οδυσσέα-επαίτη (ο Αντίνοος τον κτύπησε ακόμη και με σκαμνί, Ραψ. ρ, στ. 462-65, Απόσπ. αρ. 79). Ο φόνος του Αντίνοου περιγράφεται στην πρώτη ενότητα με αλλεπάλληλες διαδοχικές εικόνες έντονες και ζωηρές. Μετά τον θριαμβευτικό του άθλο, το πέρασμα του βέλους και από τα δώδεκα τσεκούρια, ο Οδυσσέας πηδά στο κατώφλι (η θέση ενός επαίτη στην αίθουσα, όπου και ο ίδιος καθόταν πριν, και από όπου τώρα θα ανακτήσει και πάλι την εξουσία στο παλάτι), βγάλλει από τη φαρέτρα και τοποθετεί χάμω μπροστά στα πόδια του τα βέλη (για να τα χρησιμοποιεί έτσι ευκολότερα στη συνέχεια), εξαγγέλλει σιβυλικά τον επόμενο στόχο του, και κατευθύνει το πικρό του βέλος ακριβώς εναντίον του Αντίνοου. Ο οποίος αμέριμνος ετοιμαζόταν να πιει κρασί από κύπελλο χρυσό, το οποίο ήδη στα χέρια του κουνούσε (εντυπωσιακή πράγματι η εικόνα της περιδίνησης του κρασιού). Είναι ακριβώς η στιγμή που τον κτυπά το βέλος στο λαιμό, και του οποίου η αιχμή διαπέρασε τον αυχένα, έγειρε αμέσως προς τα πίσω, το κύπελλο τού έπεσε απ’ το χέρι, χείμαρρος αίμα ανάβλυσε από τη μύτη του, αναποδογύρισε κλωτσώντας το τραπέζι, και χάμω χύθηκαν τα φαγητά ανάκατα με αίμα. Η επόμενη εικόνα παριστά την αντίδραση των μνηστήρων, οι οποίοι έντρομοι πετάχτηκαν όρθιοι ψάχνοντας στους τοίχους τα όπλα (αυτά που είχε ήδη αποσύρει ο Τηλέμαχος, Ραψ. τ, στ. 1-52, Απόσπ. αρ. 84). Μια αντίδραση ασφαλώς υπερβολική, αφού αφήνεται να εννοηθεί ότι είχαν θεωρήσει τον φόνο ατύχημα (ίσως πάντως από προαίσθηση για το δικό τους επικείμενο τέλος). Και να εκτοξεύσουν στη συνέχεια σκληρές κουβέντες και απειλές εναντίον του Οδυσσέα, ότι «γύπες θα τον φάνε τώρα». Για να συμπληρώσει ωστόσο ο ποιητής ότι «δεν είχαν αντιληφθεί οι ανόητοι ότι ήδη πάνω απ’ όλους είχεν απλωθεί το δίχτυ του ολέθρου» • Η επόμενη ενότητα, ο φόνος του Ευρύμαχου, αρχίζει με την αποκάλυψη του ίδιου του Οδυσσέα για την πραγματική του ταυτότητα. Με μιαν γεμάτη οργή και απαξίωση προσφώνηση («σκυλιά») και με αναφορά σε όλες τους τις ανομίες, ακόμη και στη συνεύρεσή τους με τις γυναίκες δούλες του παλατιού (τις οποίες αντίκρυσεν ο ίδιος να βγαίνουν από τον πρόδομο του ανακτόρου για να τους συναντήσουν μόλις την προηγούμενη νύχτα, Ραψ. υ στ. 6-13, γεγονός που αιτιολογεί ασφαλώς την ειδική εδώ μνεία), αυτοαποκαλύπτεται χωρίς καν να λέει το όνομά του. Και ότι ήρθεν η ώρα να τα πληρώσουν όλα βροντοφωνάζοντάς τους αυτό που δεν είχαν ακόμη αντιληφθεί, ότι «τώρα πάνω απ’ όλους σας το δίχτυ του ολέθρου έχει απλωθεί». Πράγμα που τους προκάλεσε μεγάλο φόβο, περισσότερο πραγματικό αυτή τη φορά. Τον Οδυσσέα προσπαθεί να κατευνάσει εδώ ο άλλος προεξάρχων από τους μνηστήρες, ο Ευρύμαχος, ο οποίος με έντονα υποκριτικό και χαμερπές ύφος (και ήθος) επιρρίπτει όλα τα βάρη στον νεκρό μπροστά τους Αντίνοο, προσπαθώντας παράλληλα να δελεάσει τον Οδυσσέα ότι θα του αποδοθούν όλα όσα «έχουν φαγωθεί και έχουν καταποθεί». Στην άρνηση του Οδυσσέα, ο Ευρύμαχος προτρέπει τους μνηστήρες να ορμήσουν όλοι εναντίον του, πράγμα που κάνει πρώτος αυτός με άγρια κραυγή (ένδειξη προφανώς πολεμικής αλκής). Η ενότητα (και το Απόσπασμα) κλείνει και εδώ με το βέλος του Οδυσσέα να τον κτυπά «στο στήθος πλάι στο βυζί». Ο οποίος πέταξε το ξίφος, με το οποίο όρμησε προτεταμένο εναντίον του Οδυσσέα, έπεσε τρεκλίζοντας πάνω στο τραπέζι στα δύο διπλωμένος, πέταξε κάτω τα φαγητά και το αμφίστομο κύπελλο, χτύπησε με το μέτωπο στο χώμα τινάζοντας με τα πόδια το σκαμνί, και ξεψύχησε («το σκοτάδι κάλυψε τα μάτια του»). Μια εικόνα πράγματι ενός πολεμιστή που πέφτει χτυπημένος σε άγρια, σφοδρή μάχη. Ήδη με τους δύο πρώτους αυτούς φόνους ο ποιητής προϊδεάζει ότι έχει αποφασίσει να μετατρέψει έναν χώρο ευωχίας, την κεντρική αίθουσα του ανακτόρου, σε πεδίο μιας πραγματικής, και μάλιστα ιλιαδικής, μάχης (όπως ακριβώς το επιβεβαιώνει στη συνέχεια ολόκληρη η Ραψωδία χ).

97
Αναγνωρισμός Οδυσσέα υπό Πηνελόπης
Σήματα συζυγικής κλίνης
(Ραψ. ψ, στ. 163-217, 225-40)

Κι απ’ το λουτρό εκείνος βγήκε όμοιος στην όψη με τους αθάνατους·
κι αμέσως πάλι πήγε και κάθισε στο θρόνο απ’ όπου πριν σηκώθηκε,
αντίκρυ στη δική του σύζυγο, και λόγια είπε προς αυτήν·
«Δαιμόνια, πάνω απ’ όλες τις γυναίκες από το θήλυ γένος σ’ εσένα
άκαμπτη καρδιά έδωσαν αυτοί που έχουν τα Ολύμπια δώματα·
καμιά γυναίκα άλλη έτσι με τη ψυχή θλιμμένη δεν θα στεκόταν
μακριά από τον άνδρα της, ο οποίος πολλά κακά μοχθήσας
θα ερχόταν το εικοστό έτος στην πατρική του γη.
Αλλά εμπρός, μανούλα, στρώσε μου το κρεβάτι, μόνος μου
να πλαγιάσω· σ’ αυτήν αλήθεια σίδερο η καρδιά μέσα στα στήθη.»
Και προς αυτόν πάλι είπεν η συνετή πάνω απ’ όλες Πηνελόπη·
«Δαιμόνιε, καθόλου δεν μεγαλοπιάνομαι ούτε αψηφώ κανέναν
ούτε και υπερβολικά εκπλήσσομαι, ξέρω πολύ καλά ποιός ήσουν τότε,
όταν επάνω σε μακρύκωπο καράβι από την Ιθάκη έφυγες.
Αλλά εμπρός, στρώσε του το στερεό κρεβάτι, Ευρύκλεια,
έξω από τον καλά στερεωμένο θάλαμο, αυτόν που ο ίδιος έκανε·
εκεί αφού του τοποθετήσετε το στερεό κρεβάτι βάλτε στρωσίδια επάνω,
προβιές και χλαίνες και λινοσέντονα απαστράπτοντα.»
Έτσι λοιπόν είπε δοκιμάζοντας τον άνδρα της· ο Οδυσσέας πάλι
με αγανάκτηση στη σύζυγό του είπε που μυαλωμένα γνώριζε·
«Γυναίκα, πραγματικά λόγο που πονά εκστόμισες.
Ποιός το κρεβάτι αλλού μού μετακίνησε; δύσκολο πολύ θα ήταν
ακόμη και για άκρως έμπειρο· μόνο ένας θεός αυτοπροσώπως
εύκολα θα το έβαζε, εάν το ήθελε, σε άλλο χώρο.
Απ’ τους ανθρώπους κανένας εν ζωή θνητός, και στην ακμή του ακόμη,
εύκολα θα μετακινούσε με μοχλό, μια και μεγάλο σήμα έχει φτιαχτεί
στο διαμορφωμένο επιδέξια κρεβάτι· εγώ το έκανα αυτό, κανένας άλλος.
Θάμνος ελιάς μακρύφυλλος υπήρχε φυτρωμένος μες στον περίβολο,
ακμαίος θαλερός· κι ήταν παχύς σαν μια κολόνα.
Γύρω του εγώ έκτισα θάλαμο, μέχρι που τον τελείωσα,
με πέτρες στοιβακτές, καλά το επάνω μέρος σκέπασα με στέγη,
και κολλητά πορτόφυλλα πυκνά συναρμοσμένα τοποθέτησα.
Και τότε έπειτα τα κλαδιά απέκοψα της μακρύφυλλης ελιάς,
και τον κορμό, από τη ρίζα του κλαδεύοντας, με το χαλκό τριγύρω έξυσα
με μαστοριά και γνώση, και με τη στάθμη ίσιωσα,
πόδι δημιουργώντας, και όλα με το τρυπάνι τρύπησα.
Κι από αυτόν αρχίζοντας λείανα το κρεβάτι μέχρι που το τελείωσα,
μ’ ασήμι και χρυσό και φίλντισι περίτεχνα διακοσμώντας το·
και πάνω του ιμάντες βοδιού τέντωσα που έλαμπαν σε χρώμα πορφυρό.
Έτσι αυτό εδώ το σήμα σ’ εσένα αποκαλύπτω ούτε και ξέρω, γυναίκα,
αν το κρεβάτι είναι ακόμη αμετακίνητο στη θέση του, ή ήδη κάποιος
αλλού το τοποθέτησε, από τη βάση κόβοντας τη ρίζα της ελιάς.»
Έτσι είπε, κι αυτής εκεί λύθηκαν τα γόνατα και η καρδιά της,
καθώς σημάδια αναγνώρισε ακλόνητα σ’ αυτά που ο Οδυσσέας εξηγούσε·
δακρύζοντας αμέσως έτρεξε κατευθείαν επάνω του, γύρω στου Οδυσσέα το λαιμό
τα χέρια έβαλε, έσκυψε στο κεφάλι και τον φίλησε, και είπε·
«Μη μου θυμώνεις, Οδυσσέα, μια και στα άλλα πάνω απ’ όλους
τους ανθρώπους εσύ είσαι συνετός· θλίψεις οι θεοί μάς χάρισαν,
οι οποίοι εμάς τους δύο φθόνησαν μαζί να μείνομε,
τη νιότη να χαρούμε και στο κατώφλι των γηρατειών να φτάσομε.
Την ώρα αυτή μη μου οργίζεσαι γι’ αυτό και μη θυμώνεις,
ότι εσένα έτσι δεν υποδέχθηκα μ’ αγάπη μόλις σε είδα.
Πάντοτε η καρδιά μου τρόμαζε στα προσφιλή μου στήθη
μήπως και κάποιος από τους θνητούς με τα λεγόμενά του μ’ εξαπατήσει
φτάνοντας εδώ· πολλοί σκέψεις κακόβουλες έχουν στο μυαλό τους.
Τώρα όμως, μια και λεπτομερώς σημάδια ήδη αδιάσειστα ανέφερες
της δικής μας κλίνης, την οποία άλλος θνητός ποτέ κανείς δεν είδε,
αλλά εσύ κι εγώ μονάχα και μια ακόμη αμφίπολος,
η Ακτορίς, που ο πατέρας μου μού έδωσε όταν εδώ ερχόμουν,
η οποία για μας τις πόρτες του πυκνόκτιστου θαλάμου κλειστές κρατούσε,
πείθεις αυτήν την ώρα την καρδιά μου, όσο κι αν είναι σκληροτράχηλη.»
Έτσι είπε, κι ακόμη περισσότερο σ’ αυτόν πόθο ξεσήκωσε για θρήνο·
έκλαιε την περιπόθητη γυναίκα του κρατώντας, που συνετά γνώριζε.
Και όπως όταν ανείπωτη χαρά στους ναυαγούς φέρνει η ξηρά,
των οποίων το καλοφτιαγμένο πλοίο στο πέλαγος ο Ποσειδώνας
τσάκισε, κι εδώ κι εκεί το σπρώχνουν άνεμος και κύμα φουσκωτό·
και λίγοι έχουν ξεφύγει κολυμπώντας από την κυματούσα θάλασσα
προς τη στεριά, κι άρμη πολλή το σώμα τους έχει καλύψει,
κι αυτοί περιχαρείς πάτησαν στη στεριά τον κίνδυνο ξεφεύγοντας·
έτσι κι αυτήν ανείπωτη χαρά τη γέμιζε ο άνδρας της, όπως μπροστά της
τον κοιτούσε, κι απ’ το λαιμό του δεν άφηνε καθόλου τα δυό λευκά της χέρια.

Σχόλια

Η σκηνή της αναγνώρισης του Οδυσσέα από την Πηνελόπη δεν είναι μόνο, από άποψη ουσίας, το αποκορύφωμα στην περιπέτεια του νόστου, το επιστέγασμα μετά την πραγματική λύση του δράματος (τον φόνο των μνηστήρων), αλλά και ένα ψυχογραφικό αριστούργημα περίτεχνα σκηνοθετημένο και διατυπωμένο. Αφού η Πηνελόπη κατέβηκε στην αίθουσα από τα υπερώα κάθισε απέναντι στον Οδυσσέα «άφωνη», χωρίς να δείχνει κάποιο σημείο αναγνώρισης. Ο Οδυσσέας πάλι, επειδή νόμιζε ότι δεν τον αναγνώριζε «γιατί ήταν βρώμικος και κουρέλια στο σώμα του φορούσε» (στ. 155), ζήτησε να λουσθεί (τον έλουσε η δούλη Ευρυνόμη, στ. 153-62). Μετά το λουτρό πήγε και κάθισε και πάλι απέναντι «στη δική του σύζυγο», η οποία ούτε και τώρα αντέδρασε, ούτε σχολίασε οτιδήποτε (παρόλο που το κείμενο παρουσιάζει τον Οδυσσέα μετά το λουτρό με άπειρο κάλλος που του χάρισε η Αθηνά, με τους ίδιους στίχους ακριβώς που τον παρουσιάζει και μπροστά στη Ναυσικά μετά το λουτρό στον ποταμό, Ραψ. ζ, στ. 229-35). Έτσι απευθύνεται αμέσως εκείνος, και πρώτος, προς την Πηνελόπη με την προσφώνηση «δαιμόνια» (εσύ η ιδιόρρυθμη, η παράξενη) με χαρακτηρισμούς και διαπιστώσεις που έχει απευθύνει λίγο πριν (στ. 100-04) και ο Τηλέμαχος στη μητέρα του, μάλιστα με το ακροτελεύτιο και εδώ «σ’ αυτήν αλήθεια σίδερο η καρδιά μέσα στα στήθη» (όπως και στο ακροτελεύτιο του Τηλέμαχου «η καρδιά σου σκληρότερη από πέτρα»). Αλλά και για να παρεμβάλει με δεξιοτεχνική μαεστρία ο ποιητής την αποστροφή του Οδυσσέα προς την Ευρύκλεια «αλλά εμπρός μανούλα, στρώσε μου το κρεβάτι, μόνος μου να πλαγιάσω». Στην απάντησή της η Πηνελόπη, αφού του επιστρέψει την προσφώνηση «δαιμόνιε» (κι εσύ ιδιόρρυθμε, παράξενε) και αφού του πει «ξέρω καλά ποιός ήσουν τότε, όταν έφυγες απ’ την Ιθάκη» (που σημαίνει προφανώς έμμεσα ότι δεν μπορεί να είσαι εσύ εκείνος), αποφασίζει, με αφορμή το κρεβάτι που ζήτησε, να τον δοκιμάσει. Και είναι ακριβώς η «πείρα», η δοκιμασία (ένα συχνό παραμυθιακό μοτίβο) που θα οδηγήσει στην πλήρη αποδοχή και στην αναγνώριση. Έτσι ο Οδυσσέας, αφού τώρα την προσφωνήσει «γυναίκα» (με την υπαινικτική ασφαλώς έννοια της συζύγου, όπως ακριβώς και στην προσφώνηση μετά την αναγνώριση, στ. 248, όπως εξάλλου και σήμερα). Και είναι η περιγραφή του συζυγικού θαλάμου και της συζυγικής κλίνης, με το χαρακτηριστικό «σήμα» στο κρεβάτι που «εκείνος έκανε, κανένας άλλος», τα οποία αποκάλυψαν στα μάτια της την πραγματική του ταυτότητα, την ταυτότητα του συζύγου της. Γι’ αυτό και μόλις το άκουσε της «λύθηκαν εκεί τα γόνατα και η καρδιά της, καθώς σημάδια αναγνώρισε ακλόνητα» σ’ αυτά που έλεγε. Για να ορμήσει αμέσως επάνω του αγκαλιάζοντάς τον και φιλώντας τον, και προσφωνώντας τον τώρα απλά «Οδυσσέα» (έξοχος ο σταδιακός μετασχηματισμός από το «ξένος» ρ 586 στο «σεβαστός και φίλος» τ 254 και στο πραγματικό εδώ όνομα «Οδυσσέα»). Για να δικαιολογήσει, στη συνέχεια, τις επιφυλάξεις της με τα τόσα που πέρασε και πως ζούσε πάντοτε με το φόβο μήπως και κάποιος την εξαπατήσει. Και πως τώρα, μια και εκείνος ανέφερε σημάδια αδιάσειστα της δικής τους κλίνης, πείθει την καρδιά της «όσο κι αν είναι σκληροτράχηλη» (επιστρέφοντας, με παιγνιώδη τρόπο, ως ακροτελεύτιο τον όμοιο ακροτελεύτιο χαρακτηρισμό για την καρδιά της γιου και πατέρα). Ένα έξοχο πράγματι ψυχογράφημα, αλλά και ένας έξοχος δομικός σχεδιασμός με κορυφαία κατάληξη τον αφοπλιστικό αναγνωρισμό με το τόσο τρυφερό και οικείο «μη μου θυμώνεις, Οδυσσέα» (τόσο οικείο και σήμερα). Η συγκλονιστική και έξοχη αυτή σκηνή της αναγνώρισης κλείνει με μια δραστική για την περίσταση και πολύστιχη παρομοίωση, από τις πιο χαρακτηριστικές της Οδύσσειας. Η οποία προβάλλει, με άκρα παραστατικότητα, τη χαρά που αισθάνεται η Πηνελόπη αντικρύζοντας μπροστά της (σώο) τον άνδρα της με τη χαρά που αισθάνονται οι ναυαγοί όταν πατήσουν στη στεριά έχοντας ξεφύγει τον θανάσιμο κίνδυνο. Μια χαρά ανείπωτη που δεν την άφηνε να πάρει από τον λαιμό του, έτσι όπως τον είχε αγκαλιασμένο, τα δυό λευκά της χέρια. Και είναι ακριβώς η συγκλονιστική αυτή ανθρώπινη στιγμή που δικαιώνει όλα τα βάσανα και όλες τις περιπέτειες του νόστου.